Από την φετινή τουριστική σεζόν  βιώνουμε τους κραδασμούς μιας νέας περιόδου που έχει ανοίξει για τον ελληνικό και κερκυραϊκό τουρισμό, αυτής της περιόδου που μπορεί να χαρακτηριστεί κάλλιστα και ως περίοδος των «ισχνών αγελάδων».

Πέρσι έκλεισε αυτός ο κύκλος των τουριστικών περιόδων με τις συνεχείς αυξήσεις στις αφίξεις που έφθασαν τα 32 εκατομμύρια για τη χώρα. Από φέτος τα πράγματα έχουν αλλάξει άρδην και όσο πιο γρήγορα το αντιληφθούμε και αντιδράσουμε άμεσα και αποτελεσματικά τόσο το καλύτερο για εμάς.

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι δικαιώνονται όσοι τα προηγούμενα 3-4 χρόνια, προέτρεπαν αυτού που πανηγύριζαν για τα «κατορθώματα» του Ελληνικού τουρισμού, με τις αθρόες αφήξεις τουριστών και τα «ρεκόρ», προσπαθώντας να τα καρπωθούν και κυρίως να κερδίσουν «πόντους» για να «ψηλώσουν» πολιτικά, ότι δεν θα πρέπει να ξεγελιούνται, ούτε να ξεγελούν, βγάζοντας πρόσκαιρα συμπεράσματα. Η άνοδος του Ελληνικού τουρισμού τα προηγούμενα χρόνια οφειλόταν κυρίως στις γεωπολιτικές εξελίξεις, τόσο στην Μέση Ανατολή και Τουρκία, όσο και στη Βόρεια Αφρική κυρίως Αίγυπτο και Τυνησία.

Φέτος άνοιξαν αυτές οι αγορές, περίπου +60% η Τουρκία και +85% η Αίγυπτος και Τυνησία και αμέσως ο Ελληνικός τουρισμός δέχθηκε κραδασμούς όσον αφορά την τάση κρατήσεων lust minute. Γι’ αυτό το λόγο μεγάλοι του οπερέιτορ, όπως η TUI προσφέρουν εκπτωτικά πακέτα διακοπών που πλησιάζουν το 60%.

Δυστυχώς δεν εκμεταλλευτήκαμε ουσιαστικά αυτή την ευλογημένη συγκυρία της 3ετίας – 4ετίας, δημιουργώντας τις κατάλληλες υποδομές και κυρίως τις προϋποθέσεις, για να θέσουμε εκείνες τις συνθήκες ούτως ώστε να δημιουργήσουμε «επαναληπτικούς» επισκέπτες και να βελτιώσουμε τις υποδομές μας, τόσο τις κοινωνικές, όσο και τις τουριστικές, που έτσι και αλλιώς πάντα πάσχαμε σε σχέση και σε σύγκριση με τους ανταγωνιστές μας, τόσο του εσωτερικού, όσο και τους εξωτερικού. Αναφέρομαι σε τοπικό κυρίως επίπεδο, όπου τα πράγματα σε επίπεδο υποδομών μάλλον έχουν πάρει την κατιούσα. Δρόμοι, καθαριότητα, φωτισμός και λοιπά έχουν πάρει την κατιούσα, γιατί ευτυχώς όσον αφορά το επίπεδο των τουριστικών υποδομών, έχουν γίνει άλματα, στο μέτρο του δυνατού. Ενισχύουν πλέον τον ξενοδοχειακό μας στόλο «ναυαρχίδες» ξενοδοχειακές μονάδες, που μας ανεβάζουν επίπεδο και καθιστούν τον τουριστικό μας προορισμό, πιο θελκτικό.

Θα πρέπει όλοι και πολύ περισσότερο οι νέες αυτοδιοικητικές αρχές, αλλά και όλοι οι άνθρωποι του τουρισμού, πρέπει να αντιληφθούν ότι αλλάζουν πλέον τα δεδομένα των τελευταίων τριών – τεσσάρων ετών. Δημιουργούνται νέα δεδομένα και κυρίως ότι ο ανταγωνισμός γίνεται πιο σκληρός και αμείλικτος. Άρα όσοι έχουν την ευθύνη χάραξης της τουριστικής πολιτικής, τόσο σε εθνικό, όσο και σε τοπικό επίπεδο θα πρέπει να επιδείξουν προσαρμοστικότητα σε αυτά τα νέα δεδομένα και να ανεβάσουν τον πήχη της απόδοσης τους, ώστε να μην την «πληρώσουν» οι τουριστικοί μας προορισμοί.

Μέγας αντίπαλος είναι ο χρόνος, αφού «κατορθώσαμε» με τους αχρείαστους πανηγυρισμούς να  σπαταλήσουμε τα χρονικά περιθώρια που είχαμε και να τρέξουμε για να καλύψουμε τις «τρύπες» τόσο όσον αφορά την τουριστική προβολή αλλά και όσον αφορά και είναι εφικτό, τις «μαύρες» τρύπες στις υποδομές.

Το ερώτημα που ανακύπτει και που αναζητά απάντηση είναι απλό. Τον Σεπτέμβριο αναλαμβάνουν οι νέες αυτοδιοικητικές αρχές και ένα μήνα αργότερα αρχίζει η περίοδος των διεθνών τουριστικών εκθέσεων, έχει γίνει η κατάλληλα προετοιμασία στη βάση των νέων δεδομένων; Ή θα «περπατήσουμε» ξυπόλητοι αυτό το νέο δρόμο που έχει ανοιχθεί μπροστά μας;

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις «Επισημάνσεις της Κυριακής», 04-08-2019.