Κατά την τελευταία συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Κεντρικής Κέρκυρας γίναμε μάρτυρες ενός «φαινομένου» που χρήζει συζήτησης. Η πλειοψηφία των συνδυασμών που συμμετέχουν στο Δημοτικό Συμβούλιο ζητούσαν να συζητηθεί το θέμα και η υπόθεση του Ερημίτη και οι τελευταίες εξελίξεις γύρω από αυτό και η πλειοψηφία, που ήταν μειοψηφία εν προκειμένω, αρνούνταν πεισματικά να συζητηθεί με το διόλου πειστικό επιχείρημα ότι «αυτή η υπόθεση έχει λήξει».

Επιχείρημα που χρησιμοποιεί και ο Υπουργός Ανάπτυξης ο κύριος Άδωνις Γεωργιάδης.  Ακόμα και έτσι να είναι, που δεν είναι γιατί εκκρεμεί η προσφυγή που κατατέθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η εκκρεμοδικία για τα μονοπάτια, έχουν ανακύψει μετά την τελευταία συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου μείζονα πολιτικά ζητήματα. Και σε αυτά να προστεθεί ότι επιτέλους θα πρέπει να συζητήσουμε και να καταλήξουμε τι εννοούμε επενδύσεις και ανάπτυξη. Να δώσουμε συγκεκριμένο περιεχόμενο σε αυτές τις έννοιες.

Να σταθώ στα πολιτικά ζητήματα που έχουν ανακύψει και που η Δημοτική Αρχή δεν καταλαβαίνει ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Με την τροπολογία που ψήφισε το Κοινοβούλιο και τα συναρμόδια Υπουργεία Εσωτερικών και Υποδομών και μετά από απαίτηση του Υπουργού Ανάπτυξης, ουσιαστικά η Τοπική Αυτοδιοίκηση τίθεται στο περιθώριο. Η τροπολογία αυτή, όπως και η αντίστοιχη τροπολογία που είχε ψηφίσει ο ΣΥΡΙΖΑ για να παρακαμφθεί και πάλι η Τοπική Αυτοδιοίκηση, αποτελούν ακρωτηριασμό του θεσμού. Τον ακυρώνουν τέτοιες πρακτικές και γυρίζουν πίσω την λειτουργία του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος και συρρικνώνουν τη δημοκρατία. Γιατί η ακομμάτιστη και αχειραγώγητη Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι συνυφασμένη με τη δημοκρατία, αφού οι εξουσίες πρέπει να είναι διακριτές. Βεβαίως η Τοπική Αυτοδιοίκηση υποπίπτει στον έλεγχο, αλλά στον έλεγχο του Υπουργού Εσωτερικών όταν δεν λειτουργεί σύννομα και όχι όταν δεν μας κάνει τα γούστα να την παρακάμπτουμε με διάφορους τρόπους. Αυτό που έγινε πρέπει και οφείλει, όχι μόνο το Δημοτικό Συμβούλιο της Βόρειας Κέρκυρας, αλλά και της Κεντρικής και της Νότιας Κέρκυρας να το στηλιτεύσουν και να πάρουν θέση.

Ένα δεύτερο πολιτικό θέμα που έχει ανακύψει είναι η ομολογία του ίδιου του Υπουργού Ανάπτυξης ότι συνομιλούσε με τους Δημοτικούς Συμβούλους, τόσο της πλειοψηφίας, όσο και της μειοψηφίας και πριν και μετά την συνεδρίαση. Δηλαδή τι συζητούσε ο Υπουργός Ανάπτυξης με τους Δημοτικούς Συμβούλους του Δήμου Βόρειας Κέρκυρας; Προσπαθούσε να τους επηρεάσει προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση; Τι ακριβώς συζητούσαν και γιατί συζητούσαν;

Και τέλος θα πρέπει να καταλήξουμε και να συμφωνήσουμε τι ανάπτυξη θέλουμε, να δώσουμε συγκεκριμένο περιεχόμενο στην έννοια της ανάπτυξης και στην έννοια της επένδυσης. Ναι η Κέρκυρα χρειάζεται επενδύσεις, όχι όμως να οικοδομηθούν οι τελευταίοι πνεύμονες πρασίνου που έχουν απομείνει, στο τρίτο πιο πυκνοκατοικημένο νησί της Μεσογείου. Η Κέρκυρα έχει ανάγκη από άλλες επενδύσεις, όπως η κατασκευή των φραγμάτων που θα λύσουν οριστικά το τεράστιο υδρευτικό πρόβλημα του νησιού εν μέσω της κλιματικής αλλαγής. Να κατασκευαστεί επιτέλους ο οδικός άξονας βορρά-νότου και επιτέλους να δημοπρατηθεί το Εργοστάσιο Ολοκληρωμένης Διαχείρισης που έχει καθυστερήσει αρκετά παρά τις δεσμεύσεις για άμεση δημοπράτηση. Αυτή να είναι ανάπτυξη. Γιατί να γίνει το έργο των φραγμάτων και «πέσουν» στο νησί πάνω από 200 εκατομμύρια ευρώ σκεφθείτε πόσες θέσεις εργασίας θα ανοίξουν κατά την κατασκευή του και πόσες θέσεις εργασίας κατά την λειτουργία του, πέρα βεβαίως του γεγονότος ότι θα λυθεί το υδρευτικό πρόβλημα. Το ίδιο θα συμβεί και με τον οδικό άξονα. Ή με το να κατασκευαστεί καινούργιο αεροδρόμιο, όπως στο Καστέλι στη Κρήτη.

Αλλά εμείς αυτά δεν τα συζητάμε, ούτε τα διεκδικούμε. Κάποιοι θεωρούν ανάπτυξη με το να τσιμεντώσουν τον Ερημίτη σήμερα και αύριο τον Ίσσο.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις «Επισημάνσεις της Κυριακής», 16-02-2020.