Τα τελευταία χρόνια, πολύς λόγος γίνεται για τις δυνατότητες, θετικές και αρνητικές, της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες επενδύουν πολλά χρήματα προσπαθώντας να επιλύσουν με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης ορισμένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κόσμος, όπως η διάγνωση ασθενειών και η μείωση αυτοκινητικών ατυχημάτων. Τώρα, μία νέα εταιρεία, την οποία ίδρυσαν τρία πρώην στελέχη της Google, προσπαθεί να λύσει ένα πρόβλημα που είναι πιο κοινό, αλλά εξίσου σημαντικό: πώς να είναι πιο ευτυχισμένοι οι εργαζόμενοι στη δουλειά τους.

Η εταιρεία που φιλοδοξεί να λύσει αυτό το πρόβλημα ονομάζεται Humu και έχει την έδρα της στο Μάουντεν Βιου της Καλιφόρνιας, την πόλη όπου έχει το αρχηγείο της και η Google. «Συχνά επιθυμούμε να είμαστε καλύτεροι άνθρωποι», λέει στους New York Times ο Λάζλο Μποκ, διευθύνων σύμβουλος της Humu και πρώην επικεφαλής του τμήματος ανθρωπίνου δυναμικού της Google. «Θέλουμε να είμαστε το άτομο που ελπίζουμε ότι μπορούμε να είμαστε. Αλλά πρέπει να μας το υπενθυμίζουν. Μια παραίνεση μπορεί να έχει πολύ ισχυρή επίδραση, αν γίνει σωστά, στη συμπεριφορά και στην απόδοση των ανθρώπων», εξηγεί. Ακούγεται απλοϊκό, αλλά τελικά ίσως να είναι απλό, και συνήθως τα προβλήματα αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά με απλούς τρόπους. Πάντως, η μέθοδος φαίνεται να λειτούργησε στην ίδια την Google, όπου το προσωπικό οκταπλασιάστηκε σε λίγο περισσότερο από μια δεκαετία. Η Humu, λοιπόν, εξέλιξε ορισμένα από τα αποκαλούμενα προγράμματα ανάλυσης που είχε αναπτύξει πρώτη η Google όταν μελετούσε ζητήματα όπως ποια είναι τα χαρακτηριστικά που καθορίζουν τους καλούς μάνατζερ και πώς γίνεται να ενισχυθεί η συνεργασία στον χώρο εργασίας. Τώρα, η Humu προσδιορίζει για λογαριασμό των εταιρικών πελατών της ποια είναι τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει το προσωπικό τους και προσφέρει συμβουλές για το πώς να τα αντιμετωπίσουν. Με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης αναλύει τις απαντήσεις που έχουν δώσει εργαζόμενοι της εταιρείας σε ερωτηματολόγια και προσδιορίζει μία ή δύο σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά της εταιρείας και των στελεχών της που θα βελτιώσουν σε μεγαλύτερο βαθμό το πόσο ικανοποιημένοι αισθάνονται οι εργαζόμενοι.

Στη συνέχεια, η Humu στέλνει email ή γραπτά μηνύματα στα στελέχη της εταιρείας, ώστε να τους προτρέψει να κάνουν μικρές κινήσεις που όμως θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο κλίμα που επικρατεί στην εταιρεία. Για παράδειγμα, σε μια εταιρεία όπου οι εργαζόμενοι αισθάνονται πως οι αποφάσεις λαμβάνονται με αδιαφανή τρόπο, η Humu ενδέχεται να στείλει μήνυμα σε έναν ή σε μια μάνατζερ παρακινώντας τον πριν από μια συνάντηση να ρωτάει την άποψη της ομάδας του και να είναι έτοιμος να αλλάξει τη γνώμη του. Σε έναν άλλο εργαζόμενο η Humu μπορεί να στείλει διαφορετικό μήνυμα, παρακινώντας τον να σκεφτεί ερωτήσεις στις οποίες η ομάδα θα ήθελε να έχει απαντήσεις.

Στον πυρήνα της προσέγγισης της Humu βρίσκεται το ερευνητικό έργο του βραβευμένου με Νομπέλ Οικονομίας Ρίτσαρντ Θάλερ, ο οποίος ανέλυσε πώς οι άνθρωποι λαμβάνουν συχνά αποφάσεις με βάση τι είναι πιο εύκολο και όχι τι είναι προς το συμφέρον τους. Ο Θάλερ ανέλυσε επίσης πως μια παραίνεση που γίνεται την κατάλληλη χρονική στιγμή μπορεί να παρακινήσει τους ανθρώπους να κάνουν καλύτερες επιλογές. Ο Μποκ εργάστηκε στην Google για περισσότερο από μια δεκαετία και ίδρυσε τη Humu το 2017 μαζί με δύο συναδέλφους του στην Google, την Τζέσι Γουίσντομ, η οποία έχει διδακτορικό στην έρευνα περί συμπεριφορικών αποφάσεων, και τον Γουέιν Κρόσμι, πρώην διευθυντή της Google. H Humu έχει συγκεντρώσει 40 εκατ. δολάρια από επενδυτές και διαθέτει 15 πελάτες, εταιρείες με προσωπικό από 150 μέχρι 65.000 εργαζομένους.

Ο Σαντζίβ Ραζντάν, γενικός διευθυντής της αλυσίδας εστιατορίων Sweetgreen που είναι πελάτης της Humu, λέει στους NYT ότι αν η στρατηγική των παραινέσεων δεν είχε αποδειχθεί επιτυχημένη στην περίπτωση της Google, πιθανότατα θα τη θεωρούσε μια απάτη με ανοησίες περί ευτυχίας. Παραδέχεται ωστόσο ότι είδε διαφορά ο ίδιος αφότου λάμβανε επί μερικούς μήνες παραινέσεις από τη Humu. O Τζόναθαν Νίμαν, διευθύνων σύμβουλος της Sweetgreen, η οποία διαθέτει 90 καταστήματα στις ΗΠΑ, λέει πως η Humu εντόπισε το ζήτημα που απασχολεί περισσότερο την εταιρεία: πώς να μη χάνει τους εργαζομένους της. Η πρόσληψη και η εκπαίδευση υπαλλήλων έχει κόστος, ενώ οι έμπειροι υπάλληλοι είναι πιο παραγωγικοί. Τον περασμένο Αύγουστο, η Humu αναλύοντας έρευνα στην οποία είχαν συμμετάσχει 1.800 υπάλληλοι της Sweetgreen ανακάλυψε πως το 43% είχε εξετάσει κατά καιρούς το ενδεχόμενο να αναζητήσει αλλού εργασία. Το πρόβλημα, κατέληξε η Humu, είναι πώς θα καταφέρει η Sweetgreen να προσφέρει στους υπαλλήλους της περισσότερες ευκαιρίες να εξελίξουν την καριέρα τους. Η Humu συνέστησε στη Sweetgreen οι μάνατζερ των καταστημάτων της να αρχίσουν να συναντούν κατ’ ιδίαν τους υπαλλήλους και να συζητούν την εξέλιξή τους. Ένα μήνα αργότερα, η Έλενα Χιμένες, μάνατζερ του καταστήματος στο Μάουντεν Βιου, είχε μιλήσει με τους υπαλλήλους της και είχε ανακαλύψει ότι πολλοί από αυτούς ήθελαν να αναπτύξουν και άλλες δεξιότητες. «Ήταν καλή η υπενθύμιση ότι πρέπει να είναι όλοι ευτυχισμένοι και να έχουν κίνητρο. Ελπίζω αυτό να με βοηθήσει να διατηρήσω το προσωπικό μου.

Δεν είναι εύκολο αυτό εδώ πέρα».

Πηγή: http://www.kathimerini.gr/