Ρώσος κομμουνιστής ηγέτης, ευνοούμενος και «δεξί χέρι» του Στάλιν. Υπήρξε ο κύριος εκφραστής των θέσεων της Σοβιετικής Ένωσης στις διεθνείς διασκέψεις κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και αμέσως μετά από αυτόν.

Έχει δανείσει το όνομά του σ’ ένα είδος αυτοσχέδιας βόμβας («Βόμβα Μολότοφ»).

Ο Βιάτσεσλαβ Μιχαήλοβιτς Σκριάμπιν (καμία σχέση με τον συνεπώνυμό του σπουδαίο ρώσο συνθέτη), όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στο χωριό Κουκάρκα της Περιφέρειας Κίροφ στις 25 Φεβρουαρίου 1890. Στα μικράτα του ήταν ένα ντροπαλό και ήσυχο παιδί, που βοηθούσε τον πατέρα του στις εμπορικές του ασχολίες. Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων στο Καζάν, εντάχθηκε στο Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα και ακολούθησε τον Λένιν στην αριστερή του πτέρυγα («Μπολσεβίκοι»). Συνελήφθη δύο φορές για την επαναστατική του δράση (1909 και 1915) και κατά τη διάρκεια της παρανομίας του απέκτησε το ψευδώνυμο Μολότοφ (από τη λέξη «μόλοτ», σφυρί στα ρωσικά), που γρήγορα επισκίασε το πραγματικό του όνομα και τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή.

Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους του Λένιν το 1917 («Οκτωβριανή Επανάσταση»), εργάστηκε σε διάφορες επαρχιακές κομματικές οργανώσεις. Το 1921 έγινε μέλος και γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής, καθώς και αναπληρωματικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου (Πολίτμπιρο) του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ). Τον ίδιο χρόνο παντρεύτηκε τη ρωσοεβραία Πολίνα Ζεμτσούζινα (1897-1970), με την οποία απέκτησε μία κόρη.

Υποστήριξε δυναμικά τον Ιωσήφ Στάλιν μετά τον θάνατο του Λένιν (1924) και τον Δεκέμβριο του 1926 προωθήθηκε σε τακτικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΣΕ. Στη συνέχεια απέκτησε τον έλεγχο της Κομματικής Επιτροπής της Μόσχας και απομάκρυνε με σειρά εκκαθαρίσεων όλα τα αντισταλινικά μέλη της (1928-1930). Για τις καλές του υπηρεσίες προς τον Στάλιν, διορίστηκε το 1930 πρόεδρος του Συμβουλίου των Κομισαρίων τού Λαού (δηλαδή πρωθυπουργός της Σοβιετικής Ένωσης), θέση την οποία διατήρησε έως το 1941.

Λίγο πριν από την έκρηξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, ο Μολότοφ ανέλαβε και τη θέση του κομισάριου (υπουργού) των Εξωτερικών (Μάιος του 1939) και διαπραγματεύθηκε με τη Ναζιστική Γερμανία το σύμφωνο μη επίθεσης, γνωστό ως «Σύμφωνο Ρίμπεντροπ – Μολότοφ», το οποίο υπέγραψε με τον γερμανό ομόλογό του Γιόακιμ φον Ρίμπεντροπ στις 23 Αυγούστου 1939 στη Μόσχα. Το σύμφωνο, που επικρίθηκε από τις δημοκρατικές χώρες της Δύσης και για ιδεολογικούς λόγους, περιλάμβανε κι ένα μυστικό πρωτόκολλο για τον διαμελισμό της Πολωνίας.

Κατά τη διάρκεια της εισβολής των Σοβιετικών στη Φιλανδία τον Νοέμβριο του 1939, ο Μόλοτοφ σε ραδιοφωνικό μήνυμα υποστήριξε ότι η Σοβιετική Ένωση δεν έριχνε βόμβες, αλλά τρόφιμα στους δοκιμαζόμενους Φιλανδούς, οι οποίοι απάντησαν με αυτοσχέδιες βόμβες, τις οποίες ονόμασαν περιπαικτικά «Κοκτέιλ Μολότοφ», για να αντιμετωπίσουν την ανωτερότητα του Κόκκινου Στρατού και να αναχαιτίσουν τα χιλιάδες σοβιετικά τεθωρακισμένα.

Ο Βιάτσεσλαβ Μολότοφ πέθανε στις 8 Νοεμβρίου 1986 στη Μόσχα, σε ηλικία 96 ετών. Ο Γουίνστον Τσόρτσιλ, που είχε συναντηθεί αρκετές φορές μαζί του, τον χαρακτηρίζει στα «Απομνημονεύματά» του «άνδρα εξαιρετικής ευφυίας με κρύο αίμα και καρδιά, ο οποίος θα ήταν καλοδεχούμενος στην παρέα του Μαζαρίνου, του Ταϋλεράνδου και του Μέτερνιχ».