Ομιλία της κοινοβουλευτικής εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ Φωτεινής Βάκη, την Πέμπτη 23 Μαρτίου 2018, στη Διαρκή Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης, κατά την επεξεργασία του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «Ι) Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Πρόληψη και τη Καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, ΙΙ) Ενσωμάτωση της 2005/214/ΔΕΥ απόφασης – πλαίσιο, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση – πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης επί χρηματικών ποινών και ΙΙΙ) Άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».

«Το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου, καταρρίπτει και ένα ακόμα άλλοθι: Το άλλοθι του πολιτιστικού σχετικισμού, που ανερχόταν το αποκρουστικό πρόσωπο της έμφυλης βίας εις το όνομα των ηθών, εθίμων, της θρησκείας ή των παραδόσεων εταίρων πολιτιστικών πλαισίων. Η ανοχή εις το όνομα μιας διαφορετικότητας σε αυτή την περίπτωση, ισοδυναμούσε με συνενοχή στη βία. Στην μετανεωτερική έμφυλη δουλεία, στην εμπορία και την εκμετάλλευση, οφείλουμε μια απάντηση που έρχεται από τη μεγάλη παράδοση του Διαφωτισμού: Να βλέπουμε στο πρόσωπο του άλλου την ανθρωπότητα αποψιλωμένη από τα ιδιαίτερα κατηγορήματά της, του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της παράδοσης, της θρησκείας, ως απόλυτη αξία ή ως σκοπό καθ’ αυτό».

Ολόκληρη η ομιλία:

”Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα ξεκινήσω από τις τροπολογίες, για τις οποίες δεν θέλω να μιλήσω αναλυτικά, μιας και μίλησαν οι αρμόδιοι Υπουργοί. Επιτρέψτε μου να πω ότι πολλές από αυτές είναι σε θετική κατεύθυνση και ιδιαίτερα θα ήθελα να αναφερθώ σε αυτή, δια της οποίας απλοποιείται η διαδικασία απόκτησης ιθαγένειας.

Να θυμίσω, γιατί ξεχνάμε εύκολα, ότι η απόδοση ιθαγένειας σε παιδιά μεταναστών ήταν έργο αυτής της κυβέρνησης. Δυστυχώς, έχουμε ακόμη πολύ δρόμο για την κατοχύρωση και τη θέσπιση βασικών ατομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Ο συνάδελφος από τους ΑΝΕΛ κ. Παπαχριστόπουλος, αναφέρθηκε προηγουμένως και σωστά, στο ότι υπάρχουν ακόμη και σήμερα άτομα τα οποία πνίγονται στο Αγαθονήσι και ο βυθός της Μεσογείου, τον 21ο αιώνα, πήρε το χρώμα των σωσιβίων, το πορτοκαλί.

Επίσης, έχουμε αθώωση πράξεων που υποκινούν σε εκδηλώσεις βίας και ρατσιστικού μίσους και κρίνεται ένοχη μια παιδεία, η οποία θέλει να είναι κληρονόμος του Διαφωτισμού, ανεκτή, ανεκτική και ανεξίθρησκη. Έχουμε, λοιπόν, ακόμη δρόμο να διανύσουμε.

Ως εκ τούτου, θεωρώ πάρα πολύ σημαντική τη σημερινή στιγμή, το γεγονός ότι επιτέλους προσαρμόζεται η ελληνική νομοθεσία με τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.

Επιτρέψτε  μου, λοιπόν, να πω δύο λόγια για τη σύμβαση. Η ιστορία των δικαιωμάτων των γυναικών είναι μια ιστορία διεκδικήσεων και αγώνων. Οι όψεις των έμφυλων διακρίσεων, όπως είναι οι διακρίσεις στην εργασία, η βία, οι ακρωτηριασμοί, η παρενόχληση και η εμπορία, είναι καθημερινά περιστατικά, δυστυχώς ακόμη και σήμερα, που καλύπτει η σιωπή και το σκοτάδι του φόβου.

Να πάμε στα καθ’ ημάς, στην ελληνική επικράτεια. Μέχρι την δεκαετία του ’60, όπως ξέρετε, του μέτρο αποτίμησης της αξιοπρέπειας του προσώπου ήταν η «τιμή». Με έναν έμφυλο καταμερισμό της έννοιας, να σημαίνει για τις γυναίκες αγνότητα και εγκράτεια και για τον άνδρα την υπεράσπισή της. Διά λόγους τιμής, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το γυναικείο σώμα κακοποιήθηκε βάναυσα και η γυναικεία αξιοπρέπεια διαπομπεύθηκε. Η τιμή έγινε ένα απέραντο «πλυντήριο αίματος» για να ξεπλυθεί η ντροπή. Και εάν μέχρι τη δεκαετία του ‘60 η τιμή αφορούσε τον θύτη, ο οποίος έπρεπε να την ξεπλύνει με την τιμώρηση του σώματος που θα έφτανε μέχρι το θάνατο, σήμερα με την γένεση νέων ταυτοτήτων, την ανανοηματοδότηση, τις διακρίσεις ιδιωτικού και δημόσιου, η ντροπή ανήκει αποκλειστικά στο θύμα.

Δυστυχώς, τα εγκλήματα τιμής, ενώ όσον αφορά τα δικά μας ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν, σε άλλες γεωγραφικές συντεταγμένες εξακολουθούν να διαπράττονται. Να θυμίσω, επίσης, τη Σαρία. Πρόσφατα, εδώ νομοθετήσαμε την προνοητικότητά της για τους Έλληνες μουσουλμάνους. Η έμφυλη βία, όμως, που συντηρεί βαθιά εδραιωμένες εξουσιαστικές σχέσεις και ιεραρχίες, ακόμα και σήμερα, ενδύεται μορφές εξαναγκαστικών γάμων, ακρωτηριασμό γυναικείων οργάνων, βιασμών, του stalking, της ανθρώπινης εμπορίας, αυτής της μετανεωτερικής δουλείας, που παρωδεί και ακυρώνει το σύνολο της δικαιικής και πολιτικής σκευής της νεωτερικότητας.

Η Σύμβαση εμπεριέχει πάρα πολύ σημαντικές διατάξεις: Ευαισθητοποίηση της δημόσιας σφαίρας μέσω εκπαιδευτικών και ερευνητικών προγραμμάτων, των μέσων μαζικής ενημέρωσης αλλά και επιμορφωτικών σεμιναρίων σε δικαστές, εισαγγελείς και αστυνομικούς. Η παροχή στέγης και βοήθεια στις γυναίκες θύματα της βίας με τη δημιουργία ξενώνων. Η δραστηριότητα των ΜΚΟ. Απόπειρες αποστιγματισμού των θυμάτων και η παρότρυνση να βγουν από τη «σκιά της ντροπής» και να μιλήσουν. Η διενέργεια ερευνών, η συλλογή και ανάλυση στατιστικών δεδομένων για όλες τις μορφές έμφυλης βίας. Όλα αυτά, είναι πολύ σημαντικές, είναι αναγκαίες, αλλά όχι ικανές συνθήκες δραστικής εξάλειψής τους, εάν δεν συνοδεύονται από τομές στην εθνική νομοθεσία και αποτελεσματική εφαρμογή. Αυτό ακριβώς καλούμαστε να κάνουμε σήμερα.

Αισθάνομαι υπερήφανη, διότι η ενσωμάτωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης στην εθνική νομοθεσία, επιφέρει μείζονες αλλαγές – εάν όχι τομές- σε αναχρονιστικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που εκούσες άκουσες, αντιστρατεύονταν εν τοις πράγμασι και το ελληνικό Σύνταγμα. Παράδειγμα: Κατά πόσον ο εξαναγκασμός σε γάμο, που δεν συμπεριλαμβανόταν στην εμπορία ανθρώπων και τώρα περιλαμβάνεται, εναρμονίζεται με το άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις»;

Κατά πόσον η αναχρονιστική διάταξη του Ποινικού Κώδικα που προβλέπει «την παύση της ποινικής δίωξης ή την αποχή από αυτήν, αν μεταξύ του δράστη του αδικήματος της αποπλάνησης ανηλίκου κάτω των 15 ετών και του θύματος τελέστηκε γάμος» -και την οποία ευτυχώς καταργούμε με το εν λόγω σχέδιο νόμου- συνάδει με το δεύτερο άρθρο του Συντάγματος, κατά το οποίο «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας»;

Υπάρχει, όμως, και κάτι με το οποίο θα ήθελα να κλείσω. Το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου, καταρρίπτει και ένα ακόμα άλλοθι: Το άλλοθι του πολιτιστικού σχετικισμού, που ανερχόταν το αποκρουστικό πρόσωπο της έμφυλης βίας εις το όνομα των ηθών, εθίμων, της θρησκείας ή των παραδόσεων εταίρων πολιτιστικών πλαισίων.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η ανοχή εις το όνομα μιας διαφορετικότητας σε αυτή την περίπτωση, ισοδυναμούσε με συνενοχή στη βία. Στην μετανεωτερική έμφυλη δουλεία, στην εμπορία και την εκμετάλλευση, οφείλουμε μια απάντηση που έρχεται από τη μεγάλη παράδοση του Διαφωτισμού: Να βλέπουμε στο πρόσωπο του άλλου την ανθρωπότητα αποψιλωμένη από τα ιδιαίτερα κατηγορήματά της, του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της παράδοσης, της θρησκείας, ως απόλυτη αξία ή ως σκοπό καθ’ αυτό.

Ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχει κάτι που δεν έχει τιμή και δεν υπόκειται ούτε σε αξία χρήσης ή ανταλλακτική αξία, το ανεκτίμητο της αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου και αυτό ακριβώς κατοχυρώνουμε με τη προσαρμογή στην νομοθεσία της σύμβασης”.