Οι αιρετοί “άρχοντες” (πρέπει να) είναι θεματοφύλακες του κοινωνικού συμφέροντος, τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις που αυτό το κοινωνικό συμφέρον είναι, εν πολλοίς, ασαφές και άδηλο. Ακόμη περισσότερο, τι γίνεται στις περιπτώσεις που αυτό το συμφέρον προκαλεί κοινωνικές συγκρούσεις και δεν υφίσταται συναίνεση γύρω από την ύπαρξη, πολλώ μάλλον δε γύρω από τη διαφύλαξή του.

Αυτές οι περιπτώσεις, όσο κι αν προκαλεί εντύπωση, δεν είναι οριακές και σπάνιες, αλλά συχνότατα εμφανιζόμενες στο πλαίσιο της πολιτικής λειτουργίας, αφού στην κοινωνία πολλές φορές προκαλούνται σφοδρές συγκρούσεις γύρω από μείζονος σημασίας ζητήματα, όπως λ.χ. η διαχείριση των απορριμμάτων σε έναν νομό.

Στις εν λόγω περιπτώσεις η κοινωνική σύγκρουση είναι, ως επί το πλείστον, απόρροια πλημμελειών και ολιγωρίας της πολιτικής εξουσίας, πολλές φορές και σκοπίμων,… σε συνδυασμό με την προώθηση άδικων και ζημιογόνων λύσεων. Άδικες και ζημιογόνες λύσεις, που καλύπτονται όπισθεν της επίκλησης ενός “κατεπείγοντος δημοσίου συμφέροντος”, στο βωμό της ύπαρξης του οποίου πολλάκις καλούνται, ως άλλες Ιφιγένειες, να θυσιασθούν ολόκληρες πληθυσμιακές ομάδες και περιοχές. Κι όλα αυτά, χωρίς βεβαίως να (συν)υπολογίζεται ποιοι, πότε και με ποιο τρόπο συνέβαλαν στη δημιουργία της συγκεκριμένης κατάστασης και, ιδίως, στην εξώθησή της να αγγίξει το όριο του κατεπείγοντος.

Τότε, λοιπόν, ο αιρετός “άρχοντας”, ενδυόμενος τη “στολή” του “κατεπείγοντος δημοσίου συμφέροντος” κι απεκδυόμενος, συγχρόνως, το ρόλο του να προσφέρει άμεσες και δίκαιες λύσεις, προωθεί σε βάρος των πολιτών άδικες, ανεπιεικείς και ζημιογόνες λύσεις. Το modus operandi είναι γνωστό και δοκιμασμένο, ο αιρετός “άρχοντας” διχάζει την κοινωνία, στρέφοντας εναντίον των θιγομένων όλους όσοι (φαίνεται να) μην θίγονται. Ωστόσο, αυτοί που φαίνεται να μην θίγονται λησμονούν την παροιμία που λέει «Όταν βλέπεις φωτιά στο σπίτι του γείτονα, να την περιμένεις και στο δικό σου»!

Στο τέλος δε, σχηματίζονται και ποινικές δικογραφίες!… Στο ακρότατο αυτό σημείο της πολιτικής σύγκρουσης, όπου η κοινωνία, η Πολιτεία και η Δικαιοσύνη, στρέφονται κατά συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων ή/και προσώπων, οι κρατικοί αξιωματούχοι, όλοι όμως, οποία θέση κι αν προσωρινώς… κατέχουν, οφείλουν να σέβονται τα θεμέλια της φιλελεύθερης κοινωνίας και του κράτους δικαίου, που έχουν ταχθεί να υπηρετούν.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν ότι μια δικογραφία που σχηματίσθηκε από την Αστυνομία, πόσω μάλλον όταν επ’ αυτής δεν έχει καν ασκηθεί ποινική δίωξη από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, δεν καθιστά κανένα πρόσωπο ένοχο, αφού η ενοχή κηρύσσεται από το Δικαστήριο και μάλιστα με αμετάκλητη απόφαση. Συνεπώς, είναι υποχρεωμένοι οι αιρετοί “άρχοντες” να απέχουν από δημόσιες δηλώσεις, που προκαταλαμβάνουν την ενοχή οποιουδήποτε κατηγορουμένου, πόσω μάλλον υπόπτου προσώπου,… αλλά, κυρίως, να… γνωρίζουν τη νομική διάκριση μεταξύ υπόπτου και κατηγορουμένου!

Είναι υποχρεωμένοι να απέχουν από δημόσιες δηλώσεις τέτοιου είδους, καθ’ όσον  αυτή είναι μια συμπεριφορά που συνιστά ευθεία παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης, ένα βαρύτατο “ηθικό unfair” και προσβολή της προσωπικότητας του θιγομένου προσώπου. Παρέλκει βεβαίως να λεχθεί ότι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, όπισθεν αυτών των δηλώσεων των κρατικών αξιωματούχων κρύβεται η ανεπάρκεια, η ολιγωρία και τα σφάλματά τους…

Πέραν όλων αυτών, όμως, αυτό το “unfair” είναι και με τον πιο επίσημο πλέον τρόπο παράνομη συμπεριφορά, που δημιουργεί, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 4596/2019, ευθύνη του Δημοσίου προς αποκατάσταση της βλάβης από την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και το θιγόμενο πρόσωπο πρέπει, κατά την κρίση μου, αμέσως να προσφεύγει στη Δικαιοσύνη. Κι αυτό, διότι η ανάληψη αυτής της δικαστικής πρωτοβουλίας έχει διττό σκοπό, αφού αφενός μεν εξασφαλίζει μια ισορροπία ενώπιον της Δικαιοσύνης, που επιλαμβάνεται της κύριας υπόθεσης, για την οποία έγιναν οι δημόσιες δηλώσεις, με την έννοια ότι έναντι μιας παράνομης συμπεριφοράς του κρατικού αξιωματούχου, που επί της ουσίας προκαταλαμβάνει και φαλκιδεύει τη δικαστική κρίση, εκδηλώνεται η προσήκουσα αντίδραση του υπόπτου/κατηγορουμένου, αφετέρου δε αμβλύνει τον περαιτέρω (από τη δήλωση του κρατικού αξιωματούχου) ψυχικό πόνο, που βιώνει το θιγόμενο πρόσωπο, στο πλαίσιο μάλιστα μιας ήδη ιδιαιτέρως επαχθούς γι’ αυτό ποινικής διαδικασίας.

Ποιος νοιάζεται βέβαια,… αφού στο τέλος το Ελληνικό Δημόσιο θα πληρώσει για την ευθύνη του οργάνου του κι όχι ο κρατικός αξιωματούχος, που μέχρι το… ταμείο το πιο πιθανό είναι “να έχει πάει σπίτι του”!

Διαμαντής Δ. Μπασαράς
Δικηγόρος