Κωνσταντίνος Π. Θύμης
Θεολόγος – Ιστορικός
Γραμματέας της Ι. Μητροπόλεως Κερκύρας

Την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου «μνείαν ποιούμεθα των επιτελεσθέντων εν διαφόροις χρόνοις θαυμασίων υπό του εν οσίοις πατρός ημών Ισιδώρου του Πηλουσιώτου εν τω αυτού τεμένει τω κειμένω εν τη Άνω Κορακιάνα της νήσου Κερκύρας».

Η Άνω Κορακιάνα δεσπόζει 18 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης της Κέρκυρας. Η παρουσία της μαρτυρείται από τον 11ο αι. μ.Χ. περίπου. Είναι ένα παραδοσιακό χωριό, με αξιόλογη ιστορία, πολιτιστική κληρονομιά, πνευματική προσφορά και καλλιτεχνική ταυτότητα. Το χωριό είναι κτισμένο στους πρόποδες των βουνών Κορακίου και Κόρεντη. Στο μέσω των βουνών αυτών, μέσα σε ένα πανοραμικό τοπίο, προβάλλει ένα μικρό τρίκλιτο εκκλησάκι, που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη. Τόπος «μεθόριος», τόπος μεταξύ ουρανού και γης, έτσι είχε χαρακτηριστεί από τον αείμνηστο Μητροπολίτη Κερκύρας Τιμόθεο. Ένας τόπος που δίνει την ευκαιρία στον επισκέπτη του να θαυμάσει όχι μόνο την κερκυραϊκή φύση και το ωραίο φυσικό περιβάλλον, αλλά κυρίως να γνωρίσει και να γευθεί τη χάρη του Θεού που πλούσια τον σκεπάζει. Ομολογούνταν και ομολογούνται ότι εκεί ο Άγιος Ισίδωρος με τη δύναμη του Θεού πραγματοποιεί θαύματα. Τη σύναξη, δηλαδή τον εορτασμό όλων των γενομένων θαυμάτων τιμούν την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου, όχι μόνον οι Κορακιανίτες, αλλά όλοι οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, προ αμνημονεύτων μάλιστα χρόνων.

Το εκκλησάκι του Αγίου Ισιδώρου αργολιθοδομημένο, ανάγει την ύπαρξή του στους Μεσοβυζαντινούς χρόνους (11ο – 12ο αι.). Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουμε μετά από συντήρηση που έγινε τα τελευταία χρόνια, κατά την οποία αποκαλύφθηκαν στο Ιερό Βήμα του ναού τρία στρώματα τοιχογραφιών. Το πρώτο στρώμα σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ακαδημαϊκού κ. Παναγιώτη Λ. Βοκοτόπουλου πρέπει να είναι του 11ου – 12ου αι., το δεύτερο του 16ου αι. και το τρίτο του 18ου αι. Κατά τη μαρτυρία ενός διασωθέντος χειρογράφου των αρχών του 20ού αι. που περιέχει τα θαύματα, αναφέρει ότι ο ναός κτίστηκε περί το 1640 από τον τιμαριούχο Θεόφιλο Προσαλένδη (Δώρια)(;), ο οποίος το προικοδότησε με μέρος της περιουσίας του κατά τη συνήθεια της εποχής. Η άποψη αυτή πιθανόν να στηριζόταν στην προφορική παράδοση και όχι σε βάσιμα τεκμήρια.

Στην απογραφή όλων των ναών και των μονών του νησιού της Κέρκυρας, μεταξύ των ετών (1753-1754), από τον τότε Μέγα Πρωτοπαπά Σπυρίδωνα Βούλγαρη, αναφέρονται για το ναό τα εξής: «Από πάνου από τον αυτόν τόπον (του ιερού ναού Αγίου Ιακώβου), ο άγιος Ισίδωρος της εμπαρουνίας Γρίτη. Δεν έχει παρά δύο καντίλια γιάλινα. Δεν ηξεύρουν να ειπούν αν έχει εντράδα (εισόδημα)». (βλ. Δημητρίου Χρ. Καπάδοχου, Ναοί και Μοναστήρια Κέρκυρας, Παξών και Οθωνών- Στα μέσα του ΙΗ΄ αι. , Αθήνα 1994, σ. 210).

Σχετικά με το ρυθμό του ναού στην αρχική του φάση πρέπει να ήταν μία μικρή μονόκλιτη βασιλική, στην οποία προστέθηκαν αργότερα τα δύο μικρά παράπλευρα κλίτη. Η λιτότητα σε συνδυασμό με τη γραφικότητα που τον περιβάλλει δημιουργούν μία αίσθηση ξεχωριστή, η οποία περισσότερο βιώνεται παρά περιγράφεται.
Ο ναός διαθέτει τοιχογραφίες κατά τα πρότυπα της Κρητικής Σχολής, αγνώστων αγιογράφων. Στην κόγχη της Αγίας Τραπέζης υπάρχει τοιχογραφία που χωρίζεται σε δύο μέρη: Στο άνω μέρος έχει την εικόνα της Υ. Θεοτόκου Πλατυτέρας και στο κάτω μέρος τους Ιεράρχες -κατά σειρά από αριστερά προς δεξιά- Ιωάννη Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο (δηλ. τους Τρεις Ιεράρχες) και τέταρτο τον Άγιο Σπυρίδωνα. Στην κόγχη της Προθέσεως σώζεται τοιχογραφία με την παράσταση της «Άκρας Ταπεινώσεως», αριστερά αυτής εικονίζεται ένα θυμιατό και κάτω ακριβώς υπάρχουν τα τρία τοιχογραφικά στρώματα, που έφερε στο φως η συντήρηση των τελευταίων χρόνων. Μία ακόμη τοιχογραφία μικρών διαστάσεων βρίσκεται στη θέση της αριστερής μονής (προσκυνητάρι) με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, πιθανότατα έργα και τα τρία του ιδίου αγιογράφου του έτους 1729.

Στη δεξιά μονή (προσκυνητάρι) υπάρχει σε τοιχογραφία ολόσωμη η εικόνα του τιμωμένου Αγίου Ισιδώρου. Είναι μεγάλων διαστάσεων και μερικώς επιζωγραφισμένη. Για την εικόνα αυτή μπορούμε να αναφέρουμε τα εξής: α) με τις κατά καιρούς παρεμβάσεις που έχει δεχθεί φαίνεται ως μεταγενέστερη, β) απεικονίζεται ο Άγιος ως Ιεράρχης, ενώ ήταν Ιερομόναχος και γ) επιγράφεται ως «Άγιος Ισίδωρος ο Πλουσιώτης» και όχι ως «Πηλουσιώτης», που είναι το πραγματικό του προσωνύμιο προερχόμενο από το Πηλούσιο όρος της Αιγύπτου όπου ασκήτεψε. Η εικόνα στο κάτω δεξιό μέρος φέρει επιγραφή: ΔΕΗΣΙΣ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ/ ΘΕ(ΟΥ) ΣΙΟΡ ΑΝ[ΔΡΕ]Α ΧΑ/ΛΗΚΙΟΠΟΥ[ΛΟΥ] ΔΙΑ ΜΝΗ/ΜΟΣΙΝΟΝ ΑΥΤΟΎ ΚΕ/ ΤΩΝ ΠΝΕΟΝΤ[ΩΝ].

Αξιοσημείωτη είναι η φορητή εικόνα του Αγίου Ισιδώρου, έργο του Αθ. Ι. Κανδρή, ο οποίος «έγραφε εν Αθήναις το 1950». Παρουσιάζει τον Άγιο ολόσωμο και έχει στα άκρα της την ιστόρηση δύο από τα πολλά θαύματα του Αγίου Ισιδώρου: α) τη διάσωση των καρρολόγων Ευσταθίου Μεταλληνού το έτος 1875 και β) του Επαμεινώνδα (Νώντα) από την Άφρα το έτος 1925. Η εικόνα αυτή από το έτος 1990 λιτανεύεται την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου μετά το πέρας της πανηγυρικής θείας λειτουργίας κάτω από το εκκλησάκι έως τη «δεξαμενή» με τη συμμετοχή των τοπικών αρχών και πλήθος κόσμου.

Οι φορητές εικόνες του Τέμπλου (2 Δεσποτικές, οι 4 με τους Ευαγγελιστές, 1 του Μυστικού Δείπνου, 3 της Δεήσεως, 3 της Σταυρώσεως και οι Άγιοι Σπυρίδων και Αθανάσιος) κατασκευάστηκαν μεταξύ των ετών 1996-1998 -λόγω φθοράς των προηγουμένων- και είναι έργα του Πρωτ. Νικολάου Βιτουλαδίτη.

Σύμφωνα με το χειρόγραφο, του οποίου η κατάσταση είναι μέτρια και τυγχάνει ακέφαλο και κολοβό, μαρτυρούνται ένδεκα θαύματα: τα δύο που σημειώσαμε ανωτέρω (διάσωση καρρολόγων), η προστασία ανθρώπων αδυνάμων, η αγγελική συμπαράσταση και διάσωση της μικρής Μαρίας, η ίαση των οφθαλμών του μικρού Γεωργίου, η παρουσία του Αγίου και οι ψαλμωδίες στο εκκλησάκι του, η επαναφορά στη ζωή ενός μικρού βοσκού που χτυπήθηκε θανάσιμα από κεραυνό κ.ά. Μάλιστα και στις ημέρες μας διάφορα σημεία και θαύματα μαρτυρούνται: α) καρκινοπαθείς έχουν ιαθεί, β) άνθρωποι μετά από σοβαρά ατυχήματα έχουν γίνει τελείως καλά, γ) άνθρωποι που επέβαιναν σε αυτοκίνητα και έχουν πέσει στις δύσκολες και στενές στροφές του βουνού δεν έπαθαν τίποτα κ.ά. Μάλιστα μία ακόμη απόδειξη της προστασίας του Αγίου είναι προ 15 περίπου χρόνων κατασκευή του υπάρχοντος κωδωνοστασίου, δωρεά Κορακιανίτη, για την προστασία που παρείχε ο Άγιος σε πρόσωπο της οικογένειάς του. (Δεν αναφέρουμε ονόματα σεβόμενοι πιθανόν την επιθυμία τους να μην γίνουν ευρέως γνωστά.)

Με αφορμή το χειρόγραφο που ήρθε στα χέρια μας από τον αείμνηστο και αδελφικό φίλο Δημήτριο Καρύδη, δικηγόρο, κατόπιν μεταγραφής και τεκμηρίωσης, εστάλη με τη σύμφωνη γνώμη των τότε Εφημερίων του χωριού π. Νικολάου Σαγιαδινού και π. Κωνσταντίνου Φαϊτά καθώς και του Προέδρου της Κοινότητας Κορακιάνας Σταύρου Σαββανή στον χαρισματούχο υμνογράφο Χαράλαμπο Μπούσια, προκειμένου να συντάξει ειδική ακολουθία για την εορτή. Ο υμνογράφος ανταποκρίθηκε στο αίτημα και με μεγάλη προθυμία και ευλάβεια συνέταξε ειδική ιερά ακολουθία προκειμένου να ψάλλεται την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου. Επιπλέον έγραψε Παρακλητικό Κανόνα στον Άγιο, Χαιρετισμούς και Εγκώμια. Όλες οι νεοσυνταχθείσες ακολουθίες διαβιβάστηκαν από τον τότε Μητροπολίτη Τιμόθεο στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος προκειμένου να εγκριθούν προς χρήση. Πράγματι κατόπιν θετικής εισηγήσεως της Συνοδικής Επιτροπής Θείας Λατρείας και Ποιμαντικού Έργου οι ιερές αυτές ακολουθίες εγκρίθηκαν από την Ιερά Σύνοδο το Μάρτιο του 1996. Ακολούθησε το καλοκαίρι του 1996 η έκδοση όλων των ιερών ακολουθιών του Αγίου (η παλαιά της 4ης Φεβρουαρίου –δηλ. της μνήμης του- μαζί με τις νέες) με το βίο, το ιστορικό του ναού της Κορακιάνας και τα θαύματα, επιμέλεια του γράφοντος το παρόν άρθρο. Την έκδοση ανέλαβε η Κοινότητα Κορακιάνας (1996). Να σημειωθεί ότι την τελευταία Κυριακή του Αύγουστου του έτους εκείνου ιερούργησε στον αύλιο χώρο του ναού, τέλεσε τη λιτανεία και πρωτοέψαλλε την ιερά ακολουθία ο αείμνηστος Μητροπολίτης Τιμόθεος, πλαισιούμενος από τον τότε ιεροκήρυκα και νυν Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων κ. Τιμόθεο, από τον Ιεροκήρυκα π. Σεραφείμ Λινοσπόρη, από τους εφημερίους της Ενορίας και από κληρικούς της ευρύτερης περιοχής. Πράγματι καθώς μας ανέφερε ο μακαριστός Μητροπολίτης Τιμόθεος η εμπειρία ήταν μοναδική και άκρως συγκινητική.

Η εορτή αυτή αποτελεί ένα έθιμο αιώνων το οποίο συνεχίζουμε και θα συνεχίζουμε ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, πιστοί στις παραδόσεις μας και στις παρακαταθήκες των προγόνων μας… εις πείσμα τινών «σύγχρονων» πολιτικών που επιδιώκουν να τις καταργήσουν και να αλλοιώσουν την ελληνορθόδοξη ταυτότητά μας.

«Χαίροις Πηλουσίου ο ασκητής,
Χαίροις Κορακίου χαριτόβρυτος παροχεύς,
και ημών πάντων καταφυγή και κλέος·
διό σε ανυμνούμεν, Ισίδωρε ένδοξε».