Κωνσταντίνος Π. Θύμης
Θεολόγος – Ιστορικός

Η Κέρκυρα από τις 28 Απριλίου 1941 βρίσκεται υπό ιταλική κατοχή. Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943 η ιταλική κυβέρνηση, με επικεφαλής τον στρατάρχη Μπαντόλιο, συνθηκολόγησε με τις Συμμαχικές Δυνάμεις, Η Ιταλία αποσύρθηκε από τον συνασπισμό του Άξονα και το φασιστικό στρατόπεδο του Μουσολίνι άρχισε να συρρικνώνεται και να χάνει τις δυνάμεις του.

Κάτω από αυτές τις εξελίξεις οι Γερμανοί επεδίωξαν να θέσουν υπό την κατοχή τους την Κέρκυρα και τα άλλα νησιά του Ιονίου. Από τις 10 έως τις 12 Σεπτεμβρίου προσπάθησαν με διαβουλεύσεις να τους παραδώσει η ιταλική φρουρά τη διοίκηση της Κέρκυρας και των λοιπών Ιονίων Νήσων. Οι Ιταλοί όμως δεν δέχονταν να αλλάξει η επικρατούσα κατάσταση (Status Quo), διότι ήθελαν να διατηρήσουν υπό τον έλεγχό τους την περιοχή. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ξημερώνει η 13η Σεπτεμβρίου 1943, παραμονή της εορτής του Σταυρού.

Στο αεροδρόμιο της Κέρκυρας βρίσκονται 3 γερμανικά αεροπλάνα. Οι Ιταλοί, αποφασισμένοι να μην παραδώσουν την Κέρκυρα, αποπειράθηκαν να καταλάβουν το αεροδρόμιο. Οι Γερμανοί αντιστάθηκαν, με αποτέλεσμα να προκληθεί το πρώτο επεισόδιο μεταξύ τους. Κατά τις 7.00 π.μ. τα γερμανικά αεροπλάνα απογειώθηκαν και κατά το πέρασμά τους πάνω από την πόλη (7.15 π.μ.), στο λιμάνι, έβαλαν εναντίον τους τα ιταλικά αντιαεροπορικά. Αρχικά κτυπήθηκε το ένα εξ αυτών, το οποίο μετά από λίγο, περί τις 7.25 π.μ., κατέπεσε φλεγόμενο πάνω στο μονόπυργο κωδωνοστάσιο του ναού Υ. Θ. Ελεούσης Ποταμού, το οποίο σήμερα δεν σώζεται. Το κτύπημα αυτό είχε τραγικές συνέπειες, σκοτώθηκε το τετραμελές πλήρωμα του αεροπλάνου και κάηκε ολοσχερώς ο περικαλλής ναός της Υ.Θ. Ελεούσης, ένας ναός ο οποίος, όπως μαρτυρείται, διέθετε αξιόλογες εικόνες επτανησιακής τέχνης, αργυρά ιερά σκεύη σημαντικής καλλιτεχνικής αξίας και πλούσιο διάκοσμο κανδηλίων και άλλων αναθημάτων. Τα μόνα αντικείμενα που διασώθηκαν είναι η περίτεχνη ασημένια λαμπάδα (τόρτσα) που φέρει χρονολογία «1740» και ένα λειτουργικό βιβλίο, εκτός των διασωθέντων και συντηρηθέντων τοιχογραφιών. Αυτή ήταν η πρώτη σημαντική απώλεια για την Εκκλησία της Κερκύρας, αλλά και ο δραματικός προάγγελος του τί έμελλε να ακολουθήσει στη συνέχεια.

Πτώση γερμανικού αεροπλάνου στον Ιερό Ναό Υ.Θ. Ελεούσης Ποταμού.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν κατά τις βραδινές ώρες της 13ης έως τα ξημερώματα της 14ης Σεπτεμβρίου 1943, όπως και τις επόμενες ημέρες μέχρι την κατάληψη της πόλης από τους Γερμανούς, το μεσημέρι της 25 Σεπτεμβρίου 1943, μπορούμε να τα συνοψίσουμε σε δύο λέξεις: «Φωτιά και καταστροφή».

Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών & Διαποντίων Νήσων Μεθόδιος Κοντοστάνος.

Αλλά ας αφήσουμε στη συνέχεια έναν εκ των πρωταγωνιστών, αυτόπτη και αυτήκοο μάρτυρα των γεγονότων, τον τότε Μητροπολίτη Κερκύρας και Παξών Μεθόδιο Κοντοστάνο, να μάς ζωντανέψει μέσα από τη χαρισματική γραφίδα του τα γεγονότα της ημέρας εκείνης: «Κατά τις 8 και 10’ μ.μ. μέχρι της 9 και 30΄μ.μ. Γερμανικά αεροπλάνα έρριψαν βόμβας εις την άνω πλατείαν της πόλεως, εις τον λιμένα, και εις το προάστειον Ανεμόμυλος.

Η περιοχή της Σπηλιάς (Μαρκάς), μετά το βομβαρδισμό.

Περί την 2 μετά το μεσονύκτιον αφηπνίσθην από τρομακτικόν βόμβον επιδρομής αεροπλάνων και φρικιαστικόν συριγμόν ριπτομένων βομβών και γδούπον καταρρεύσεως οικοδομών. Εξύπνησα τον εις το παρακείμενον δωμάτιον κοιμώμενον Αρχιδιάκονον Σεβαστιανόν Ασπιώτην, ηνοίξαμεν το παράθυρον και είδομεν τας φλόγας και τον καπνόν της προ το κέντρον καιομένης πόλεως. Εσπεύσαμεν να ενδυθώμεν και ηνοίξαμεν την προς την οδόν Απολλοδώρου οπίσθιαν θύραν της Μητροπόλεως, δια να εξέλθωμεν και πορευθώμεν εις τον τόπον των πυρκαϊών.

Αλλ’ η θύρα εφρουρείτο υπό ικανής ομάδος Ιταλών στρατιωτών, οίτινες, προτείναντες τα όπλα, μάς απηγόρευσαν κατηγορηματικώς την έξοδον.

Σημειωτέον ότι εις το απέναντι ημών μέρος της στενής οδού είναι το οίκημα, ένθα τα Γραφεία και η κατοικία των υπηρεσιών της Ιταλικής Αντικατασκοπείας, παραπλεύρως δε τούτου, και με εσωτερικήν συγκοινωνίαν το μέγαρον της Νομαρχίας, χρησιμοποιούμενον ως Στρατιωτικόν Διοικητήριον.

Εστράφημεν να εξέλθωμεν δια της, εν τη παραλιακή οδώ Αρσενίου, κυρίας θύρας της Μητροπόλεως, αλλά και αύτη εφρουρείτο υπό περισσοτέρων, οίτινες μάς απηγόρευσαν ομοίως την έξοδον. Αντελήφθημεν ότι πάσα προσπάθεια ήτο άνευ αποτελέσματος και, εν αγωνία, ακούοντες τον συριγμόν των βομβών, επεριμέναμεν την εμφάνισιν της ημέρας, δια να εξέλθωμεν μόνον κατά την 6 π.μ., ότε επετρέπετο η κυκλοφορία.

Εξήλθον συνοδευόμενος υπό του Αρχιδιακόνου Σεβαστιανού Ασπιώτη, διήλθομεν δια των καιομένων συνοικιών του Μητροπολιτικού Ναού, της παραλίας, της Εβραϊκής συνοικίας και του καιομένου Δημοτικού Θεάτρου. Κάμπτοντες προς την λεωφόρον Αλεξάνδρας συνηντήσαμεν τον Ι. Κομιανόν και επροχωρήσαμεν ομού. Κάτωθεν του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρεττανία» και «Ωραία Βενετία», επί του πεζοδρομίου, ένθα οπή άγουσα εις υπόγειον σήραγγα, χρησιμοποιηθείσαν ως καταφύγιον, εύρομεν νεκράν, φονευθείσαν υπό των βομβών, την σύζυγον του κατοίκου Ηγουμενίτσης Αποστόλου Παρούση, ονόματι Ευνομίαν και πλησίον της κλαίοντα τον μικρόν υιόν της Γρηγόριον, οκταετή ή ενεαετή περίπου, τον οποίον παρέλαβον μετ΄ εμού. Μόλις εφθάσαμεν προς του Αγγλικού Ναού, πρότερον Ιονίου Βουλής, ο μικρός Γρηγόριος Παρούσης μάς είπεν ότι η μητέρα του είχε χρήματα μετ’ αυτής. Επιστρέψας ο Σεβαστιανός Ασπιώτης εύρεν εις το θυλάκιόν της 130.000 ελληνικάς δραχμάς εις χαρτονομίσματα και έν χαρτονόμισμα των 100 Ιονικών δραχμών. Κατήλθομεν δια του καιομένου δικαστικού μεγάρου, επιστρέψαντες είδομεν τα καιόμενα Γυμνάσια, επροχωρήσαμεν εις την συνοικίαν του Ναού της αγίας Παρασκευής, καιομένου και τούτου, διήλθομεν προ του καιομένου Καθεδρικού Ναού της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, προ του καιομένου Ναού του Ευαγγελισμού (Ανουντσιάτα) και της καιομένης Αρχιεπισκοπής της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και των παρ’ αυτήν καιομένων οικοδομών, δια της καιομένης συνοικίας και του Ναού των αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, και κατήλθομεν εις την καιομένην συνοικίαν του Ναού του αγίου Βασιλείου.

Ο λαός αλλόφρων είχον εγκαταλείψει τας κατοικίας των.

 

Επροχωρήσαμεν εις τον Ναόν του αγίου Σπυρίδωνος. Ήτο κατάμεστος πλήθους, το οποίον κατέφυγεν υπό την στέγην και την βοήθειαν του Αγίου, ως εις καταφύγιον. Ήσαν περίτρομοι, αι δε γυναίκες και τα παιδιά έκλαιον. Ο βόμβος των διαδοχικώς επερχομένων αεροπλάνων και ο συριγμός των ριπτομένων βομβών επηύξανε τον τρόμον. Η Θ. Λειτουργία δεν ετελέσθη εις ουδένα εκ των Ναών. Προσεπάθησα να ενισχύσω ψυχικώς το περίτρομον πλήθος, ωμιλήσας επί του Ευαγγελίου της ημέρας, εορτής του Σταυρού, και λαβών ως θέμα την επί του Σταυρού υπό του Πιλάτου τεθείσαν επιγραφήν, ήτις είχε γραφή «Εβραϊστί, Ελληνιστί, Ρωμαϊστί». Ετόνισα ότι ο Ελληνισμός δεν θα χαθή ποτέ, όσον δήποτε και αν τον κτυπήση η κακία, να έχωμεν δε πεποίθησιν εις τον Θεόν και να μη φοβώμεθα, διότι ο φόβος είναι μεγάλος εχθρός του ανθρώπου. Ο Θεός θα μάς χαρίση και πάλιν την εθνικήν εξανάστασιν […]». (Μεθοδίου Κοντοστάνου Μητροπολίτου Κερκύρας και Παξών, Αρχείον και Καθημερινά Περιστατικά Γεγονότα επί Ιταλικής και Γερμανικής Κατοχής, Κέρκυρα, 1949, σσ. 280-281).

Συγκλονιστικά τα βιώματα αυτού του βομβαρδισμού. Ο πόνος, η θλίψη, η αγανάκτηση και ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ; κυριαρχούν διαχρονικά…

Η Κέρκυρα και η Ορθόδοξη Εκκλησία της την περίοδο τόσο της ιταλικής όσο και της γερμανικής κατοχής επλήγησαν βάναυσα. Μπορεί ο τόπος αυτός να μην έζησε το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων ή του Χορτιάτη Θεσσαλονίκης, έζησε όμως την πείνα της ιταλικής κατοχής και τον εμπρησμό  της πόλης το βράδυ της 13ης προς 14η Σεπτεμβρίου του 1943, ο οποίος αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία της ανά τους αιώνες. Το κόστος σε πρόσωπα και πνευματικούς θησαυρούς ήταν τεράστιο και ανεκτίμητο. Όμως, αυτός ο τόπος, αναγεννήθηκε μέσα από τις στάχτες του με πολλούς κόπους και κάτω από την καθοδήγηση  φωτισμένων ανθρώπων, ανάμεσα στους οποίους ήταν αναμφίβολα και ο Μητροπολίτης Μεθόδιος.