Δεν θυμάμαι να είχα ποτέ ιδιαίτερη έλξη για τις ημερομηνίες και τα γεγονότα. Ένιωθα πάντα τον χρόνο σαν κάτι ενιαίο, περισσότερο κυκλικό και λιγότερο γραμμικό.
Πολλές φορές νιώθω ότι ζω στο παρελθόν και ακόμα περισσότερες θα ήθελα να επιλέγω εποχές μέσα στις οποίες να χάνομαι.
Είναι ωραία να χάνεσαι, να καταδύεσαι στο παρελθόν, γιατί παθαίνεις ίλιγγο, που λειτουργεί ιαματικά και σε γλυτώνει, έστω και προσωρινά, από τη βάρβαρη πραγματικότητα.
Η φωτογραφία θεωρήθηκε πάντα, και από τους περισσότερους, σαν το ιδανικό μέσο αποτύπωσης, μεταφοράς και διάσωσης της αλήθειας και των γεγονότων της ιστορίας. Της προσωπικής, οικογενειακής και συλλογικής ιστορίας. Η φωτογραφία «κλέβει» από τη λήθη του χρόνου, μια στιγμή. Την «φυλακίζει», για να έχουν να θυμούνται όσοι απεικονίζονται σε αυτήν, οι πρωταγωνιστές της «στιγμής», αλλά και οι θεατές του μέλλοντος ή οι μελλοντικοί θεατές. Και όμως η φωτογραφία δεν μπορεί να πει ή να αφηγηθεί την αλήθεια της στιγμής που έχει «κλέψει». Και όμως η «ανάγνωση» της ίδιας φωτογραφίας είναι διαφορετική από τους πρωταγωνιστές του ενσταντανέ, γιατί η φωτογραφία «εγκλωβίζει» μόνο δέκατα του δευτερολέπτου και όχι την εξέλιξη των στιγμών που συνθέτουν  μια ολοκληρωμένη αφήγηση. Και βεβαίως γιατί με εντελώς διαφορετικό τρόπο καταγράφεται στη συνείδηση ή στο ασυνείδητο του καθενός μας, το νοηματικό περιεχόμενο της κάθε στιγμής. Με λίγα λόγια, διαφορετικά αντιλαμβάνεται ο καθένας μας την πραγματικότητα και ας την βιώνουμε από κοινού.
Επίσης η φωτογραφία δεν λέει πάντα την αλήθεια ή λόγω της τεχνικής αδυναμίας αποκρύπτει πρόσωπα και γεγονότα.
Μια τέτοια φωτογραφία βρήκα πριν λίγες ημέρες ψαχουλεύοντας τα πράγματα μου. Μια ιστορική φωτογραφία, με μεγάλη ιστορική αξία και σημασία των προσώπων που δεν απεικονίζονται, αλλά είναι παρόντα και που έχουν διαδραματίσει  σημαντικό ρόλο στην νεότερη πολιτική μας ιστορία. Το ένα πρόσωπο στο παρελθόν και το άλλο σήμερα στα πολιτικά μας πράγματα της χώρας και που αν απεικονίζονταν στη φωτογραφία μαζί, τότε θα ήταν μεγάλο θέμα συζήτησης σήμερα. Τι μεγάλο θέμα; Σάλος θα γινόταν.
Κοιτάζω τα πρόσωπα μας, είναι πρόσωπα, με όνειρα, φιλοδοξίες και ελπίδα για ένα καλύτερο κόσμο και με πάθος για τη ζωή και για τα πιστεύω μας. Ο ένας χάθηκε για τα πιστεύω του, έτσι όπως χάθηκε και άσχετα αν κάποιος συμφωνεί ή όχι με τα πιστεύω του, ο άλλος τα πρόδωσε, με τον πλέον κατάπτυστο τρόπο, ένας ακόμα προδόθηκε από την ίδια τη ζωή και οι υπόλοιποι συμβιβάστηκαν ή συνθηκολόγησαν.
Και έτσι αμφισβητώ τα εικονιζόμενα μιας ιστορικής φωτογραφίας και οπωσδήποτε την ερμηνεία της. Γιατί τελικά αληθινά, είναι όσα δεν δείχνει η φωτογραφία ή δεν απεικονίζονται στην φωτογραφία. Και έτσι συγκρούεται ο χρόνος της φωτογραφίας, με τον χρόνο της ιστορίας, εκμηδενίζοντας την αλήθεια και την πραγματικότητα της στιγμής.