Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, την Κυριακή την Τυρινή το βράδυ είθισται να καίμε τον Βασιλιά Καρνάβαλο.

Με το άναμμα της φωτιάς και το κάψιμο του Καρνάβαλου ξορκίζονται τα πνεύματα και θεωρείται ότι καίγονται τα πάθη, το μίσος, η κακία και η εχθρότητα ανάμεσα στους ανθρώπους. Το άναμμα της φωτιάς κατά την περίοδο της αποκριάς, όπως υποστηρίζει η Λαογραφία, στηρίζεται στη μαγική δύναμη της φωτιάς κι έχει σχέση με τη μετάβαση από τη χειμωνιάτικη στην ανοιξιάτικη περίοδο.

Η φωτιά, όπως πίστευαν παλιά, έδιωχνε τα βλαπτικά πνεύματα και γινόταν έτσι ένα είδος κάθαρσης ενόψει της νέας παραγωγικής περιόδου, γιατί οι αποκριές συμπίπτουν με το τέλος του Χειμώνα και την αρχή της Άνοιξης, όπου η φύση αναζωογονείται και ανασταίνεται. Ακόμα και το πήδημα της φωτιάς από τους συγκεντρωμένους είχε συμβολικό χαρακτήρα. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι όλα τα κακά και δυσάρεστα, καθώς καίονται, από τη φωτιά, εξαφανίζονται και δίνουν τη θέση τους σε άλλα ευχάριστα γεγονότα.

Ο βασιλιάς Καρνάβαλος, το κάψιµό του και οι συµβολισµοί του µας ακολουθούν βήµα βήµα σε όλη την νεώτερη Ιστορία και µια λαογραφική αναφορά είναι αναπόφευκτη. Τίποτε λοιπόν δεν είναι αυτό που φαίνεται. Και µπορεί την Κυριακή µια σειρά από πόλεις και χωριά της Ελλάδας να κορυφώνουν τις καρναβαλικές τους εκδηλώσεις µε παρελάσεις, πάρτι και άλλα τελετουργικά – µε µια µικρή δόση εκβιαστικής διασκέδασης –, η αφετηρία των δρώµενων όµως χάνεται στους αιώνες. Οχι, βέβαια µόνον αυτό. Τα έθιµα µετασχηµατίστηκαν. Συµπεριέλαβαν νέα στοιχεία από κάθεεποχή. Κράτησαν όµως τον πυρήνα και το περιεχόµενό τους. Υπό µια έννοια, οι Αποκριές, ο βασιλιάς Καρνάβαλος και το τελετουργικό του κάψιµο  είναι η απόλυτη πράξη αποδόµησης των στερεοτύπων και ηπιο πικρή µατιά στον συλλογικό µας βίο.