Κωνσταντίνος Π. Θύμης
Θεολόγος – Ιστορικός

«Εν τη Γεννήσει σου, σύλληψις άσπορος· εν τη Κοιμήσει σου, νέκρωσις άφθορος· θαύμα εν θαύματι διπλούν, συνέδραμε Θεοτόκε…»

Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή το «Πάσχα του καλοκαιριού», όπως αλλιώς λέγεται, εορτάζεται στον τόπο μας με την ανάλογη ευλάβεια και τιμή. Καίτοι το Κύριο Πάσχα, το Πάσχα της άνοιξης, υπερέχει και τούτο δεν υστερεί. Κατανυκτικές ακολουθίες, επιτάφιοι, ιδιαίτερες παραδόσεις αλλά και λαϊκά πανηγύρια συνθέτουν το εορταστικό κλίμα του «πασχάλιου» αυτού καλοκαιρινού διήμερου. Ναι, «πασχάλιο» διήμερο γιατί τιμούμε όχι μόνον την κοίμηση αλλά και τη μετάσταση «της Μητέρας της Ζωής».

Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας, όταν ήρθε ο καιρός κατά τον οποίο ο Κύριος θέλησε να φέρει κοντά του την μητέρα του, της μήνυσε με άγγελο, τρεις ημέρες πριν, ότι πρόκειται να αφήσει την επίγεια ζωή και να την πάρει κοντά του. Η Παναγία αφού άκουσε με προσοχή τα λόγια του αγγέλου, μετέβη στο όρος των Ελαιών, όπου προσευχήθηκε. Στη συνέχεια πήγε στο σπίτι της και ετοίμασε τα απαραίτητα για την ταφή της. Παράλληλα ένα σύννεφο (νεφέλη) μετέφερε και συγκέντρωσε στην οικία της όλους τους Αποστόλους από τα πέρατα της γης, όπου κήρυτταν. Εκείνη, αφού πλησίασε η ώρα του φυσικού της θανάτου, τους αποχαιρέτησε μητρικά, ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό, δεήθηκε «υπέρ της του κόσμου ειρήνης και σωτηρίας», τους ευλόγησε και πήγε στην κλίνη της όπου ξάπλωσε και έλαβε το σχήμα που ήθελε. Έτσι παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Υιού και Θεού Της.

Οι Απόστολοι μετέφεραν με ύμνους και λαμπαδηφορία το θεοδόχο σώμα της στον τόπο της ταφής, ενώ παράλληλα άγγελοι συνέψαλλαν, προπέμποντες «την ανωτέρα των Χερουβείμ». Κατά την πορεία, όπως λέγει η παράδοση, ένας Ιουδαίος κινηθείς από φθόνο άπλωσε με αυθάδεια τα χέρια του στην κλίνη της Παναγίας. Τότε, άγγελος εξ ουρανών δια ξίφους του τα έκοψε, λαμβάνοντας έτσι το τίμημα της βέβηλης πράξης του. Η πομπή τερμάτισε στο χωρίο (τοποθεσία) Γεθσημανή, όπου οι Απόστολοι ενταφίασαν το σώμα της Θεομήτορος. Τρεις ημέρες μετά την ταφή, ενώ οι Απόστολοι ήταν μαζεμένοι και προσεύχονταν στο υπερώο, φάνηκε στον αέρα η Θεοτόκος και τους είπε: «Χαίρετε». Μέσω αυτής της φανέρωσης κατέστη γνωστή «η ένσωμος μετάστασις της Θεοτόκου». Μία διδασκαλία που αποτελεί πιστεύω της Εκκλησίας μας.

Αξιοσημείωτη είναι επ’ αυτού η αναφορά του μεγάλου λόγιου Κερκυραίου κληρικού του 18ου ια. Νικηφόρου Θεοτόκη, στον λόγο του «Εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου», όπου αναφέρεται ιδιαίτερα στον σημαντικό ρόλο του Αποστόλου Θωμά. Αξίζει, πιστεύω, στο σημείο αυτό η παράθεση ενός μικρού αποσπάσματος: «[…] Εκείνο το μέσον, με το οποίον ο Θεός επληροφόρησε τον κόσμον, ότι αναστήθη ο μονογενής του υιός από τους νεκρούς, εκείνο το ίδιο μεταχειρίζεται δια να βεβαιώση τον κόσμον, πως η μήτηρ του μονογενούς του υιού του, με όλον το σώμα ανέβη εις τους ουρανούς. […] Δεν ευρέθη πάλιν ο Θωμάς, όταν όλοι οι Απόστολοι εις την Γεθσημανήν εκήδευσαν το σώμα της Παρθένου μητρός. Εις την ανάστασιν του Ιησού Χριστού γυρεύει ο Θωμάς να ιδή, και να ψηλαφήση τον αναστάντα, δια να πιστεύση και να πληροφορηθή· εις την κοίμησιν της Θεοτόκου γυρεύει ο Θωμάς να προσκυνήση της Θεομήτορος το σώμα, δια να λάβη χάριν και αγιασμόν. Το επακούει τότε ο εκ νεκρών Αναστάς, παραστείνεται έμπροσθέν του, ψηλάφησέ μου, του λέγει, την πλευράν, δια να πιστεύσης. Βλέπει ο Θωμάς τον αναστάντα, ψηλαφεί την πλευράν του, πληροφορείται, και αντάμα με αυτόν, πιστεύει ο κόσμος όλος, πως αναστήθη ο Ιησούς Χριστός. Πείθονται τώρα εις τον Θωμάν οι άλλοι μαθηταί, ανοίγουσιν το μνημείον δια να λάβη το ποθούμενον ο Θωμάς· μα μέσα εις τον τάφον, δεν ευρίσκουσι πλέον το θεοδόχον σώμα της Παρθένου, την ζώνην της και το φόρεμά της μόνον ευρίσκουσι. Πιστεύει ευθύς ο Θωμάς και αντάμα με τον Θωμάν όλη η οικουμένη, πως η μητέρα του Θεού, δεν είναι νεκρά εις την γην, αλλά την ανέστησε και εις τους ουρανούς την ανέβασεν ο παντουργέτης Θεός.

Δίκαιον βέβαια ήτον, εκείνον το υποκείμενον οπού υπερέβη όλους τους εναρέτους εις την αρετήν, όλους τους αγίους εις την αγιότητα και όλους τους Αγγέλους εις την καθαρότητα, […] και έλαβε θεομητορικόν αξίωμα, δίκαιον ήτο να το δοξάση (ο Θεός) προτού να γεννηθή, να το μεγαλύνη αφού εγεννήθη, να το τιμήση εις όλην του την ζωήν και έπειτα να το υπερυψώση εις τον θάνατόν του με εκείνα τα μεγαλεία και προνόμια, οπού ηθέλησε να εύρη η άπειρος σοφία του».

Πολύ παραστατικό επίσης είναι και το απολυτίκιο της εορτής: «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας…», το οποίο περιληπτικά διδάσκει τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας περί του προσώπου της Θεοτόκου. Πρώτον, ότι με τη γέννηση του Κυρίου η Παναγία διαφύλαξε το αειπάρθενο, δηλαδή ότι ήταν πριν, κατά τον τόκο και μετά τον τόκο Παρθένος. Δεύτερον, ότι δέχτηκε το φυσικό θάνατο, όπως όλοι οι άνθρωποι, χωρίς να εξαιρεθεί η ίδια, ως απόγονος του Αδάμ. Κατά τον φυσικό θάνατο κάθε ανθρώπου η ψυχή χωρίζεται από το σώμα. Το σώμα ενταφιάζεται και η ψυχή μεταβαίνει στη Μέση κατάσταση των ψυχών, όπου απολαμβάνει τα του Παραδείσου ή της Κολάσεως και περιμένει την τελική κρίση κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Στην Παναγία μας όμως λόγω του Θεομητορικού της αξιώματος και του ρόλου της στην ενανθρώπηση του Κυρίου, μετά τον φυσικό της θάνατο, η ψυχή της δεν παρέμεινε στη Μέση κατάσταση των ψυχών, αλλά κατ’ εξαίρεση μετέστη πλησίον του Υιού της και ακολούθησε μετά τρεις ημέρες και το σώμα της, το οποίον «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν».

Έτσι με τη δύναμη του Υιού της νίκησε τους φυσικούς νόμους και βρίσκεται έκτοτε πλησίον Του. Είναι η μόνη εκ των ανθρώπων που δεν υπόκειται στην τελική κρίση. Γι’ αυτό την κοίμησή της ακολούθησε η μετάσταση. Μετάσταση ονομάζουμε τη μετάβαση της Παναγίας από την επίγεια στην ουράνια Εκκλησία, πλησίον του Υιού και Θεού της.

Αυτός είναι και ο λόγος που η γιορτή αυτή της Παναγίας μας ονομάζεται και «Πάσχα του καλοκαιριού». Η λέξη Πάσχα προέρχεται από την εβραϊκή «πεσάχ» και σημαίνει διάβαση, μετάβαση, πέρασμα. Αποτελεί, λοιπόν, ένα ακόμη πέρασμα, μετά εκείνο του Υιού της, από τον θάνατο στη ζωή, από τη φθορά στην αφθαρσία και από τα πρόσκαιρα στα αιώνια. Έτσι, το γεγονός του θανάτου της Παναγίας μεταβάλλει τη λύπη του αποχωρισμού σε χαρά και την απογοήτευση του θανάτου σε  ελπίδα αθανασίας. Μετέχουμε όχι σε ένα βαρύ πένθος αλλά σε μία άλλη «Λαμπρή», σε μία χαρά που βεβαιώνει ότι ο θάνατος δεν αποτελεί πλέον το τέρμα της ζωής μας, αλλά το πέρασμα σε μία άλλη όπου δεν υπάρχει λύπη και στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητη. Μάλιστα τούτο αποκαλύπτεται και βιώνεται ουσιαστικά με τη συμμετοχή των χριστιανών στην πνευματική τράπεζα, στη θεία κοινωνία (Θεο-κοινωνία) που αποτελεί την κύρια και μοναδική πηγή αθανάτου γεύσεως και ενότητας κτίσεως και Κτίστη.

Ειδικότερα, στον τόπο μας πολλοί ναοί, ενοριακοί και μοναστηριακοί, είναι αφιερωμένοι και γιορτάζουν την ημέρα αυτή. Στολισμένοι από τους πιστούς με φοίνικες, δάφνες, μυρτιές και επιτάφιοι με βασιλικούς και λουλούδια της εποχής, τιμούν με κατάνυξη το γεγονός. Τα πρωτεία κατέχουν τα μοναστήρια μας. Στην πόλη γιορτάζει το ιστορικό μοναστήρι της Υ.Θ. Πλατυτέρας. Εκεί, η γιορτή ξεκινάει με τον μέγα πανηγυρικό εσπερινό και ακολουθεί η μεγάλη παράκληση. Μετά την παράκληση διατηρείται το έθιμο και προσφέρεται «μανεστρίνα», δηλαδή μακαρόνια με σάλτσα καθώς και καρπούζι στους πιστούς που πρόκειται να παραμείνουν στην αγρυπνία για να πάρουν δυνάμεις. Κατά τις 12.00 τα μεσάνυκτα κτυπούν οι καμπάνες και ξεκινάει η ακολουθία του όρθρου. Στο μέσον περίπου αυτού περιφέρεται ο επιτάφιος της Θεοτόκου και ψάλλονται τα εγκώμια. Την επομένη το πρωί τελείται η επίσημη θεία λειτουργία, ενώ το απόγευμα ψάλλονται ο εσπερινός και η ιερά παράκληση. Γιορτάζουν, επίσης, τα μοναστήρια της Υ.Θ. Παλαιοκαστριτίσσης και της Υ.Θ. Υψηλής Μαγουλάδων, στα οποία τελούνται ανάλογες ακολουθίες και περιφορές επιταφίων. Στην πόλη της Κέρκυρας γιορτάζει ο μητροπολιτικός ναός Υ.Θ. Σπηλαιωτίσσης, ο ναός της Υ.Θ. Μανδρακίνας όπου το βράδυ της 15ης Αυγούστου λιτανεύεται ο επιτάφιος της Θεοτόκου, καθώς κ.ά. Στο Μανδούκι εορτάζει ο ναός της Παναγίας, που πραγματοποιεί επίσημη περιφορά του επιταφίου την παραμονή και συμμετέχουν όλες οι αρχές του τόπου προεξάρχοντος του ιερού κλήρου. Αντίστοιχα, γιορτάζουν και πολλά χωριά. Πολλά εξ αυτών πραγματοποιούν την περιφορά επιταφίων, όπως της Άνω Κορακιάνας (το εσπέρας της παραμονής), του Ποταμού, των Κυνοπιαστών (το εσπέρας της 15ης Αυγούστου) καθώς και σε άλλα στη βόρεια, στη μέση και νότια Κέρκυρα. Ιδιαίτερα γιορτάζουν και οι Παξοί την ημέρα αυτή, με επίκεντρο το νησάκι της Παναγίας, όπου ευρίσκεται ο ομώνυμος ναός της. Το πρωί της εορτής από το λιμάνι του Γαΐου και από άλλα σημεία των Παξών, δεκάδες πιστοί περνούν με βάρκες, μετέχουν στις ιερές ακολουθίες καθώς και στο γεύμα μετά τη θεία λειτουργία της 15ης Αυγούστου όπου προσφέρεται σε όλους ζωμός με μοσχάρι βραστό.

Γενικότερα η μεγάλη αυτή ημέρα θα κλείσει το βράδυ, στις περισσότερες περιπτώσεις πλην των μοναστηριών, με παραδοσιακά πανηγύρια. Έτσι την πνευματική χαρά διαδέχεται η υλική, ούτως ώστε να χαρεί συνολικά ο άνθρωπος, ψυχικά και σωματικά.

Ως επίλογο του τιμητικού αυτού άρθρου προς την μεγάλη εορτή της Παναγίας μας, πιστεύουμε ότι αξίζει να αναφερθούμε στη θαυμάσια εικόνα της Κοιμήσεως-Μεταστάσεως της Θεοτόκου της ιεράς μονής Υ.Θ. Παλαιοκαστριτίσσης. Πρώτον για να δοθεί η ευκαιρία να τη γνωρίσουν όσοι μέχρι σήμερα την αγνοούν και δεύτερον να διδαχτούμε όλοι -τη μεγάλη αυτή γιορτή- μέσα από την αγιογραφική της ανάγνωση. Δεν είναι τυχαίο ότι τους προηγούμενους αιώνες οι εικόνες αποτελούσαν τα βιβλία των αγραμμάτων.

Πρόκειται για ένα σπουδαίο πνευματικό θησαυρό με τη θύραθεν (καλλιτεχνική) και εκκλησιαστική (πνευματική-θεολογική) σημασία. Είναι έργο του μεγάλου αγιογράφου και ιερέως Εμμανουήλ Λαμπάρδου, διαστάσεων 64Χ44,5 εκ. και χρονολογείται στα τέλη του 16ου ή αρχές του 17ου αι.

Η εικόνα είναι πολυπρόσωπη. Έχει περί τα σαράντα πρόσωπα μαζί με τους αγγέλους στα οποία δεσπόζουν δύο, εκείνα της Παναγίας και του Χριστού. Η Παναγία ιστορείται νεκρή επί της κλίνης, ενώ ο Χριστός βρίσκεται στο κέντρο, πάνω από το σώμα της, εντός ελλειψοειδούς δόξης, πλαισιούμενος υπό αγγέλων που κρατούν λαμπάδες και άνωθεν αυτού ένα εξαπτέρυγο που του αποδίδει τη θεϊκή δόξα. Ο Κύριος στο αριστερό του χέρι κρατά την αγία ψυχή της Θεομήτορος ως βρέφος σπαργανωμένο. Δεξιά και αριστερά στέκουν ευλαβικά οι Άγιοι Απόστολοι. Ο Απόστολος Πέτρος θυμιάζει (πρώτος αριστερά όπως βλέπουμε την εικόνα), ο Απόστολος Παύλος σκυμμένος αγγίζει με δέος τα πόδια της κεκοιμημένης (πρώτος δεξιά-έναντι του Πέτρου), ενώ ο Ιωάννης ο Θεολόγος, ο κατά «χάριν» Υιός της και μαθητής της αγάπης, στέκεται πάνω από την κεφαλή της προσευχόμενος. Εικονίζονται, επίσης, σχεδόν όλοι οι Απόστολοι πλην του Θωμά, οι ιεράρχες Ιερόθεος, Διονύσιος ο Αεροπαγίτης και Τιμόθεος, πιο πίσω αγαπημένα πρόσωπα της Θεοτόκου, λοιποί μαθητές του Υιού της και πιστοί από την πρώτη Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Στο κάτω μέρος της εικόνας, μπροστά από την κλίνη της Παναγίας, εικονίζεται ένας άγγελος με ξίφος να κόβει τα χέρια του Εβραίου (Ιεφωνίου) που θέλησε να βεβηλώσει το ιερό σώμα της Θεομήτορος. Δεξιά και αριστερά της όλης παράστασης αποτυπώνονται δύο κτήρια της Ιερουσαλήμ.

Πάνω από την παράσταση της Κοιμήσεως εικονίζεται και η Μετάσταση της Θεοτόκου. Δύο άγγελοι μεταφέρουν το σώμα της Θεομήτορος πλησίον του θρόνου του Υιού της εντός ωοειδούς σχήματος. Ο θρόνος εικονίζεται ακριβώς πάνω φυλασσόμενος υπό δύο άλλων αγγέλων. Δεξιά και αριστερά τούτων εντός νεφελών μεταφέρονται οι δώδεκα Απόστολοι στη Γεθσημανή.

Ο χαρισματούχος αγιογράφος και ιερέας Εμμ. Λαμπάρδος έχει αποτυπώσει πληρέστατα και με εξαιρετικό τρόπο το εόρτιο αυτό γεγονός. Η εικόνα του τυγχάνει ένα ακόμη σημαντικό ιερό κειμήλιο της τοπικής μας Εκκλησίας, το οποίο αν και έπεσε της «βεβήλωσης» αρχαιοκαπήλων στο παρελθόν, σήμερα φυλάσσεται με ιερό δέος και την πρέπουσα τιμή στην Ιερά Μονή Υ.Θ. Παλαιοκαστρίτσας και μπορούν οι πιστοί να την προσκυνήσουν και να λάβουν την ευλογία και τη χάρη «της Υψηλοτέρας των Ουρανών».

Χρόνια πολλά και υπό την σκέπη της Παναγίας μας εμείς, η Ελλάδα μας και όλη η Οικουμένη!