Κωνσταντίνος Π. Θύμης
Θεολόγος – Ιστορικός

Η 11 Αυγούστου είναι μία εξόχως επετειακή ημέρα για την Κέρκυρα. Δύο σημαντικά γεγονότα έλαβαν χώρα την ημέρα της 11ης Αυγούστου του έτους 1716, τα οποία καθόρισαν την ιστορία της, αλλά και την ιστορία της Ευρώπης. Την πρώτη θέση κατέχει αναμφίβολα η απαλλαγή της Κέρκυρας από τη δεινή πολιορκία των Οθωμανών Τούρκων με τη θαυματουργική επέμβαση του Αγίου Σπυρίδωνος. Το γεγονός αυτό υπήρξε μία απροσδόκητη εξέλιξη που έσωσε όχι μόνον την Κέρκυρα, αλλά και ευρωπαϊκά εδάφη από τον Οθωμανικό ζυγό. Το 2016 –ως επετειακό έτος συμπλήρωσης 300 χρόνων- πραγματοποιήθηκαν πολλές εκδηλώσεις από την τοπική μας Εκκλησία και από πνευματικά σωματεία του τόπου μας και αναδείχθηκε μέσα από τις ιστορικές πηγές και τα σωζόμενα τεκμήρια η σημασία αυτής της εξέλιξης.

Το σημερινό μας όμως άρθρο επιθυμεί να παρουσιάσει το δεύτερο μεγάλο γεγονός της ημέρας εκείνης, που είναι η γέννηση του «κλεινού» Ευγενίου Βούλγαρη, του Πρύτανη του Νεοελληνικού Διαφωτισμού όπως αναφέρεται από ειδικούς επιστήμονες. Γιος του Ζακύνθιου Πέτρου και της Ζαννέτας (Ιωαννέτας) γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 11 Αυγούστου του 1716. Ένας από τους πιο άμεσους βιογράφους του, ο Γεώργιος Αινιάν μάς αναφέρει: «οι δε γονείς αυτού καθ’ όλας τας ανά χείρας μου πληροφορίας εκατοικούσαν εις την Ζάκυνθον, τινές δε ονομάζουσι και ενορίαν αυτών την της Φανερωμένης και άλλοι προστιθέασιν, ότι σῴζεται μέχρι του νυν και ο κώδηξ, εις όν ευρίσκεται καταγεγραμμένον το παιδικόν όνομα του Ευγενίου Ελευθέριος, κατά δε τας σημειώσεις του Αθανασίου του Παρίου και του πατρός μου, ο μεν μέγας Ευγένιος αναντιρρρήτως εγεννήθη εν Κερκύρᾳ κατά το 1716 έτος, καθ’ όν καιρόν η πόλις αύτη ελευθερώθη δια θαύματος του Αγίου Σπυρίδωνος εκ της πολιορκίας των Τουρκικών στρατευμάτων, διό και ωνομάσθη Ελευθέριος, οι δε γονείς αυτού εκατοικούσαν εις Ζάκυνθον, έτυχον δε εις Κέρκυραν κατ’ εκείνον τον καιρόν διά τον φόβον του πολέμου, ή δι άλλην τινά περίστασιν» (Γεωργίου Αινιάνος, Συλλογή ανεκδότων συγγραμμάτων του αοιδίμου Ευγενίου του Βουλγάρεως και τινων άλλων…., τ. Α΄, εν Αθήναις 1838, σ.σ. ι΄-ια΄).

Ο Μιχαήλ Ιδρωμένος, λόγιος του τόπου μας που έζησε τον 19ο αι., σε σχετικό άρθρο του το 1881 στο περιοδικό «Παρνασσός» περί της πατρίδος του Βουλγάρεως, μας δίνει την  πληροφορία, ότι: «Ο αείμνηστος φίλος Ανδρέας ο Μουστοξύδης επεδείκνυε δ’ ημίν […] το προς την ανάβασιν του παλαιού της Κερκύρας φρουρίου κατάλυμα ένθα το πρώτον είδε το φως ο μέλλων μετ’ ου πολύ να διαλάμψη ως μέγιστος φωστήρ του ελληνισμού κατά τον παρελθόντα αιώνα (Περιοδικόν «Παρνασσός», Η πατρίς του Ευγενίου Βουλγάρεως, τόμ. Ε΄, τεύχ. Γ,΄ εν Αθήναις 1881, σ. 210). Να σημειωθεί το 2016 με πρωτοβουλία της Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας στο κτήριο που πιστεύεται ότι γεννήθηκε ο Ευγένιος Βούλγαρης τοποθετήθηκε αναμνηστική πλάκα. 

           

Σχετικά με την καταγωγή της μητέρας του υπάρχει και η άποψη ότι ήταν Κερκυραία (το γένος Παραμυθιώτη). Τούτο υποστηρίζουν οι δεσμοί και η παρουσία του Βούλγαρη στην Κέρκυρα για μεγάλα χρονικά διαστήματα. 

Πολλά στοιχεία δεν διαθέτουμε για τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα παιδικά του χρόνια πέρασε τόσο στην Κέρκυρα όσο και στη Ζάκυνθο. Θεωρείται πολύ πιθανόν πρώτος δάσκαλός του στη Ζάκυνθο, μεταξύ των ετών 1720-1730, να ήταν ο ιερέας Αντώνιος Κατήφορος. Δεύτερος ήταν σίγουρα στην Κέρκυρα μετά το 1730 ο ιερομόναχος Ιερεμίας Καββαδίας. Τούτου επιβεβαιώνει το μαθητικό τετράδιο του Ελευθερίου (Ευγενίου) Βούλγαρη που σώζεται στα χειρόγραφα της Εθνικής Βιβλιοθήκης, με τον ταξινομικό αριθμό 1178, (βλ. Παναγιώτα Τζιβάρα, «Ένα ακόμη μαθητικό τετράδιο του Ελευθερίου (Ευγενίου) Βούλγαρη», περιοδ. «Ο Ερανιστής», έτος λη΄-λθ΄, τ. 23, Αθήνα 2001, σ. 35) αλλά και αναφορές του ιδίου στο έργο του «Λογική» και σε προσωπικές επιστολές.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του Βούλγαρη  θεωρούμε ότι τέσσερα ήταν τα καθοριστικά γεγονότα που έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στη μετέπειτα πορεία του: 

1. Η βαριά πνευματική κληρονομιά που έφερε λόγω της γέννησής του την 11η Αυγούστου του 1716, μία ημέρα που παράλληλα συντελείται και ένα μεγάλο θαύμα.

2. Η λύση της πολιορκίας και η αποτροπή ενός δουλικού και αλλόθρησκου ζυγού με ότι αυτό συνεπάγεται για τον ίδιο, για την Κέρκυρα, για το Γένος μας και για την Ευρώπη ακόμη. 

3. Η Κέρκυρα και τα λοιπά Ιόνια Νησιά, ήταν τότε υπό την κυριαρχία των Βενετών μεν, αλλά αποτελούσαν μία κοιτίδα πνευματική, με τη θύραθεν και εκκλησιαστική σημασία του όρου. Σε αυτό συνέτειναν: α) η παρουσία στα νησιά μας των ιερών λειψάνων (Αγ. Σπυρίδωνος, Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστης, Αγίου Γερασίμου και Αγίου Διονυσίου κ.ά.), ένα δεδομένο που δημιουργούσε και δημιουργεί μία ζωντανή αγιοπνευματική σχέση πίστεως των κατοίκων των περιοχών αυτών με τους αγίους τους, β) η παρουσία επιφανών προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη, την Κρήτη και τον Μοριά, οι οποίοι μετά την πτώση των περιοχών τους στους Οθωμανούς κατέφυγαν εδώ και γ) η δυνατότητα πρόσβασης των Επτανησίων στα πανεπιστήμια της Ιταλίας και της Ευρώπης.

4. Το δυσάρεστο γεγονός του πρόωρου θανάτου της μητέρας του, που σίγουρα σημάδεψε τα τρυφερά παιδικά χρόνια του Βούλγαρη. Ο Βούλγαρης όταν κοιμήθηκε η μητέρα του ήταν περίπου πέντε χρόνων. Η ταφή της έγινε στις 11 Μαΐου 1721 στη Ζάκυνθο. Το συμβάν αυτό σίγουρα ωρίμασε γρηγορότερα τον μικρό Ελευθέριο. Και αν σύμφωνα με τον Πλάτωνα, τον οποίο πάντοτε είχε σε ιδιαίτερη θέση «Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου» (Φαίδωνα, 63.b.4), νομίζω μπορούμε να συμπεράνουμε, τον κύριο λόγο, μεταξύ άλλων, που  έθρεψε τον φιλοσοφικό του στοχασμό και την αγάπη του για τη θεολογική επιστήμη. Για την οποία αναφέρει: «ότι τιμιωτέρα εστί, και υπερτέρα απασών των φυσικών επιστημών» (Ευγ. Βουλγάρεως, Θεολογικόν, εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη, 1987, σ. 86).

Ο Βούλγαρης μετά τις σπουδές του στην Κέρκυρα, συνέχισε στην Άρτα, στα Ιωάννινα, κοντά στους πιο γνωστούς δασκάλους της εποχής του. Ανώτερες σπουδές έκανε στην Βενετία και την Πάδοβα της Ιταλίας και συγκεκριμένα αρχαία ελληνική, λατινική και εβραϊκή φιλολογία, θεολογία, θετικές επιστήμες, ξένες γλώσσες και προπάντων νεότερη φιλοσοφία (Ντεκάρτ, Λοκ, Λάιμπνιτς, Φρειδερίκος Βολφ). Το 1737-1738 χειροτονείται Διάκονος στα Ιωάννινα. Το 1742 επιστρέφει από τις σπουδές του στην Ιταλία και αρχίζει τη διδασκαλία σε διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα του υπόδουλου Γένους, όπως στην Μαρουτσαία Σχολή των Ιωαννίνων (1742-1746), στην Κοζάνη (1746-1750), ξανά στην Σχολή των Ιωαννίνων (1750-1752), στην Αθωνιάδα του Αγίου Όρους (1753-1759) και στην Πατριαρχική Ακαδημία Κωνσταντινουπόλεως (1759-1761). Το 1763 αναχωρεί, απογοητευμένος από τις διώξεις του, για τη Βλαχία και από εκεί για τη Λειψία. Το 1771 έπειτα από πρόσκληση της τσαρίνας Αικατερίνης Β΄, αναχωρεί από το Βερολίνο, όπου ζούσε, για την Αγία Πετρούπολη. Στις 30 Αυγούστου 1775 στη Μόσχα χειροτονείται Πρεσβύτερος και την 1η Οκτωβρίου του ιδίου έτους εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Σλαβινίου και Χερσώνος. Το 1779 παραιτείται από Αρχιεπίσκοπος, προσφέροντας τη θέση του στον συμπατριώτη του και έτερο μεγάλο διδάσκαλο του Γένους Νικηφόρο Θεοτόκη. Το 1789 επιστρέφει στην Αγία Πετρούπολη, όπου γίνεται μέλος της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας και αφιερώνεται ολοκληρωτικά στη μελέτη και τη συγγραφή βιβλίων. Το 1802 εγκαθίσταται στη Λαύρα του Αγίου Αλεξάνδρου (Νέφσκι), όπου έζησε μέχρι την ημέρα της ζωής του, την 27 Μαΐου 1806.

Ο Ευγένιος Βούλγαρης με το όλον έργο του -συγγραφικό και διδακτικό- εντάσσεται αναμφισβήτητα στις πιο ισχυρές πνευματικές μορφές του 18ου αι. Είναι μία απ’ αυτές τις μορφές που έθεσαν τους θεμέλιους λίθους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Όντας κληρικός της Ορθόδοξης Εκκλησίας με κριτήριο την ελληνορθόδοξη παράδοση δεν αφίσταται των πνευματικών και επιστημονικών εξελίξεων της εποχής του. Κάτοχος της κλασικής αλλά και της σύγχρονης ευρωπαϊκής παιδείας, μετείχε διαλεγόμενος στα τεκταινόμενα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Τη μεστή, ισχυρή και χαρισματική προσωπικότητά του δεν τη φόβιζε το «νέον» στον επιστημονικό κόσμο, αντιθέτως την ενδιέφερε και θα μπορούσαμε να πούμε την προκαλούσε. Ο Βούλγαρης υιοθέτησε και αξιοποίησε κάθε τι το αληθινό και ουσιώδες. Έκανε  διάκριση μεταξύ φιλοσοφίας και θεολογίας. Στα κείμενά του απορρίπτει την ύβρη, το βλάσφημο και το υπερφίαλο. Γνωρίζει πού τερματίζει η επιστημονική έρευνα και ο φιλοσοφικός στοχασμός όταν αναφέρεται στο υπερβατικό και θείο και πού αρχίζει το μυστήριο, η θεία Αποκάλυψη, η οποία «ου φέρει έρευνα, αλλά πίστη μόνη τούτο πάντες λαμβάνουσι».