Πολυτελή υφάσματα, σατέν και βελούδο, μεταξωτά νήματα, αργυρά και επίχρυσα σύρματα, ημιπολύτιμοι λίθοι, μαργαριτάρια και πούλιες, για να δημιουργηθεί ένας εντυπωσιακός επιτάφιος.

Πασίγνωστοι κεντητές ή κεντήτριες, δούλευαν ώρες ατελείωτες στα εργαστήρια για να φτιάξουν τα πολύτιμα υφάσματα που χρησιμοποιεί η ορθόδοξη εκκλησία κατά την λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής. Στο κέντρο απεικονίζεται το σώμα του Χριστού και γύρω του τα πρόσωπα του Επιτάφιου Θρήνου (οι άγγελοι, η Παναγία, οι μυροφόρες, ο μαθητής Ιωάννης, κ.ά.).

Οι επιτάφιοι, τα μοναδικά αυτά κεντήματα, μεγάλων διαστάσεων, είχαν και έχουν ξεχωριστή σημασία για την περίοδο του Πάσχα, διακρίνονται για την εικονογραφία, τον συμβολισμό, αλλά και την τεχνοτροπία τους. Είναι το ιερό πέπλο που χρησιμοποιείται την Μεγάλη Παρασκευή στο τελετουργικό της ορθόδοξης εκκλησίας, ένα λειτουργικό άμφιο που απέκτησε επικήδειο νόημα από τον 14 ο αιώνα και αποτελεί εξέλιξη του καλύμματος που ονομάζεται αήρ.

Τέσσερις από τους πιο σπάνιους επιτάφιους που προέρχονται από ιερές μονές των Ιωαννίνων, μαζί με μια αμφιπρόσωπη εικόνα του 14 ου αιώνα, καθώς και ιερά σκεύη που σχετίζονται με την λειτουργία του επιτάφιου, φιλοξενούνται από την Παρασκευή 19 Απριλίου και μέχρι τις 17 Ιουνίου στο Μουσείο Αργυροτεχνίας στο κάστρο του Ιτς Καλέ στα Γιάννενα. Την έκθεση που έχει τίτλο «Κεντητοί επιτάφιοι στα Ιωάννινα, 18 ος και 19 ος αιώνας», διοργανώνουν η Ιερά Μητρόπολη Ιωαννίνων, το Πολιτιστικό Ίδρυμα του Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ) και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων.

Ένας από τους επιτάφιους προέχεται από εργαστήριο της Κωνσταντινούπολης και οι άλλοι τρεις από εργαστήρια της Βιέννης. Δεν είναι γνωστό από ποια ακριβώς, αλλά σίγουρα προέρχονται από την Βιέννη. Από ένα τέτοιο εργαστήριο προέχεται ένας εντυπωσιακά κεντημένος επιτάφιος που χρονολογείται στα 1780 και γράφει την αφιέρωση του δωρητή του, του Γεώργιου Κρομμύδη. Λόγιος και συγγραφέας από τα Γιάννενα, ο Κρομμύδης βρέθηκε ως μεγαλέμπορος στη Ρωσία, όπου έγραψε μελέτες για την ελληνική γλώσσα και ο Αδαμάντιος Κοραής εκτιμούσε την συμβολή του στα γράμματα.

«Γιαννιώτες πλούσιοι έμποροι, δώριζαν πανάκριβους επιτάφιους στις εκκλησίες και στα μοναστήρια. Οι δωρητές ήταν άτομα ή οικογένειες, ή συντεχνίες ή ακόμη και ολόκληρες κοινότητες. Η προσφορά χρυσοκέντητων επιταφίων προσέδιδε κύρος στους δωρητές, ενώ η τιμή των κεντημάτων εξαρτιόταν από τα υλικά, τα υφάσματα και τα νήματα, αλλά και την τιμή του χρυσού», δήλωσε στο «Έθνος», ο Ανδρέας Λαπούρτας, υπεύθυνος Υπηρεσίας Μουσείων του ΠΙΟΠ.

Η δημιουργία ενός επιταφίου ήταν χρονοβόρα διαδικασία, μπορούσε να διαρκέσει ως και 15 μήνες. Η δουλειά ήταν δύσκολη και απαιτούσε υπομονή και επιμονή. Άντρες και γυναίκες, ειδικά εκπαιδευμένοι κεντούσαν τους επιτάφιους. Ονομαστή είναι η Κοκκώνα του Ρολογά μια κεντήτρια της Κωνσταντινούπολης, η οποία έφτιαχνε αριστουργήματα μαζί με την κόρη της.

Ένας από τους επιτάφιους που παρουσιάζονται στο Μουσείο Αργυροτεχνίας, αποδίδεται σε εργαστήριο της Κωνσταντινούπολης. Έχει διαστάσεις 2Χ1,45 μέτρα και συνδυάζει ζωγραφική σε μουσαμά για τα πρόσωπα και κέντημα για τα ενδύματα και τα αντικείμενα, ενώ χρονολογείται στα μέσα του 19ου αιώνα.

Την έκθεση πλαισιώνει πλούσιο άλλο υλικό, όπως ένα βίντεο από την γυναικεία μονή Αγίου Ιωάννου Προδρόμου του Μακρινού στα Μέγαρα, όπου οι μοναχές κεντούν επιτάφιους στο χέρι, μετά από παραγγελίες που παίρνουν από όλη τη χώρα.

Εμπλουτίζεται επίσης από μία αμφιπρόσωπη εικόνα που χρονολογείται στα μέσα του 14 ου αιώνα και αποτελεί δείγμα της Παλαιολόγειας Τέχνης. Όπως λέει ο κ. Λαπούρτας, από την μία πλευρά εικονίζεται η Παναγία Οδηγήτρια και από την άλλη ο Χριστός νεκρός, σε παράσταση Άκρας Ταπείνωσης, ένα θέμα που ταιριάζει τόσο με την έκθεση, όσο με το πνεύμα των ημερών. Η εικόνα είχε επιζωγράφιση του 1798, η οποία και αφαιρέθηκε, ενώ τοποθετείται στο δεσποτικό.

Ακόμη η έκθεση παρουσιάζει ένα δισκοπότηρο, που φέρει εγχάρακτη επιγραφή του 1847, ένα δισκάριο με Τίμια Δώρα και άλλα ιερά σκεύη που σχετίζονται με την λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής και του επιταφίου.

Την επιστημονική επιμέλεια της έκθεσης έχει η βυζαντινολόγος και ιστορικός τέχνης, Έλενα Παπασταύρου. Η ίδια έχει μελετήσει και δημοσιεύσει έναν σπάνιο και εντυπωσιακό επιτάφιο του 1672, που δωρήθηκε στο Βυζαντινό Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών. Με ασημένια μεταλλική κλωστή έχουν κεντηθεί σε αυτόν οι σκηνές του Επιτάφιου Θρήνου και της Αποκαθήλωσης, πλαισιωμένες από αγγέλους, από μια ανδρική και μία γυναικεία μορφή και από τα τέσσερα ζώα της Αποκάλυψης.

Εκτός από το Βυζαντινό Χριστιανικό Μουσείου, χρυσοκέντητοι επιτάφιοι υπάρχουν και στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης. Ξεχωρίζει ένας μεταξωτός επιτάφιος κεντημένος με χρυσό νήμα που χρονολογείται στα 1300 και προέρχεται πιθανότατα από εργαστήριο της Θεσσαλονίκης. Στο κέντρο απεικονίζεται ο νεκρός Χριστός περιτριγυρισμένος από αγγέλους. Δεξιά κι αριστερά παριστάνονται η Μετάδοση και η Μετάληψη Τίμιων Δώρων από τον Χριστό στους Αποστόλους. Πρόκειται για ένα έργο τέχνης που εντοπίστηκε σε ναό το 1900.

Τον όρο επιτάφιος για το ύφασμα που μέχρι τότε ονομαζόταν αήρ καθιέρωσε ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Συμεών τον 15 ο αιώνα. Έδωσε το όνομα αυτό επειδή παρατήρησε ότι ήταν διακοσμημένος με το εικονογραφικό θέμα του νεκρού Χριστού και παρέπεμπε στην σκηνή της ταφής.

Πηγή: https://www.ethnos.gr/