Επιστολή «κόλαφος» του Σπύρου Σιμάτη προς τον Άδωνι Γεωργιάδη  για το Επιμελητήριο Κέρκυρας. «Καταστρατηγούνται οι αρχές της διαφάνειας και της χρηστής Διοίκησης».

Την απογοήτευση του και την αγανάκτηση του εκφράζει ο Οικονομικός Επόπτης του Επιμελητηρίου Κέρκυρας Σπύρος Σιμάτης για τον «εκμαυλισμό και την απαξίωση της θέσης του ως Οικονομικού Επόπτη του Επιμελητηρίου» με επιστολή του προς τον Υπουργό Ανάπτυξης Άδωνι Γεωργιάδη.

Συγκεκριμένα μεταξύ των άλλων ο κύριος Σιμάτης καταγγέλλει ότι: «παρά τις συνεχείς οχλήσεις μου, προφορικές και γραπτές, τόσο στο Γενικό Γραμματέα της Διοικητικής Επιτροπής , όσο και την Προϊσταμένη Οικονομικής Υπηρεσίας του Επιμελητηρίου, προκειμένου να λάβω οικονομικές και λοιπές πληροφορίες σχετικά με θέματα που άπτονται των αρμοδιοτήτων μου, η απάντηση είναι, είτε σιωπή, είτε εντέχνως νομικά κεκαλυμμένη , με μοναδικό σκοπό να μην μου παρασχεθούν τα σχετικά που αναζητώ». Τα οποία έγγραφα επισυνάπτει στην επιστολή του.

Στην συνέχεια της επιστολής του προς τον Υπουργό Ανάπτυξης Α. Γεωργιάδη ο κύριος Σιμάτης επισημαίνει ότι έχοντας έννομο συμφέρον ζήτησε να λάβει «αντίγραφα των παραστατικών πληρωμών καθώς και των λογαριασμών κινητής τηλεφωνίας , των οποίων κάνει χρήση ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου» καθώς επίσης ζήτησε από την Προϊσταμένη Οικονομικού, αντίγραφα Ισολογισμών, Αποτελεσμάτων  χρήσης καθώς και τις οικείες Εκθέσεις των Ορκωτών λογιστών, που αφορούν τα έτη 2011  έως  2016, χωρίς όμως να λάβει κάποια απάντηση.

Ολόκληρη η επιστολή έχει ως εξής:

«Αξιότιμε κ. Υπουργέ,
1.Τυγχάνω αιρετό μέλος του Επιμελητηρίου Κέρκυρας, ήδη από το έτος 2011 με την ιδιότητα του Οικονομικού Επόπτη της ΔΕ, ενώ στις εκλογές του 2017, ανανέωσα την θητεία μου, και ομόφωνα από την παράταξη μου, έλαβα εκ νέου την θέση του Οικονομικού Επόπτη της ΔΕ, την οποία υπηρετώ μέχρι και σήμερα με ιδιαίτερη ευσυνειδησία και πολλαπλό έργο, βάσει των σκοπών της Επιμελητηριακής Νομοθεσίας.
Μετά λύπης μου σας αποστέλλω την παρούσα επιστολή –δήλωση μου, ως μέσο έκφρασης της απογοήτευσης και της αγανάκτησης μου, για τον εκμαυλισμό και την απαξίωση της θέσης μου ως Οικονομικού Επόπτη τους τελευταίους τρείς μήνες, τόσο από το προσωπικό του Επιμελητηρίου, όσο και από συναδέλφους μου.
2.Ειδικότερα παρά τις συνεχείς οχλήσεις μου, προφορικές και γραπτές, τόσο στο Γενικό Γραμματέα της Διοικητικής Επιτροπής, όσο και την Προϊσταμένη Οικονομικής Υπηρεσίας του Επιμελητηρίου, προκειμένου να λάβω οικονομικές και λοιπές πληροφορίες σχετικά με θέματα που άπτονται των αρμοδιοτήτων μου, η απάντηση είναι, είτε σιωπή, είτε εντέχνως νομικά κεκαλυμμένη, με μοναδικό σκοπό να μην μου παρασχεθούν τα σχετικά που αναζητώ.

Στις συνημμένες με την παρούσα αιτήσεις μου ( με αρ.πρωτ. 2921/15/10/2019, 2926/16/10/2019 και 3098/7/11/2019) θα διαπιστώσετε, τα κάτωθι:

Στα πλαίσια της εύρυθμης εκτέλεσης των καθηκόντων μου και με γνώμονα τον θεσμό της Διαφάνειας, που οφείλει να διέπει το Επιμελητήριο, αιτήθηκα να λάβω, το σύνολο των αποφάσεων της Διοικητικής Επιτροπής, βάσει των οποίων έχουν ορισθεί απαρχής της θητείας μου οι Επιτροπές και οι Ομάδες Εργασίας, τα καθήκοντα που τους δόθηκαν, το έργο που επιτέλεσαν καθώς και τα παραστατικά αμοιβών τους. Επιπρόσθετα, αιτήθηκα από την Προϊσταμένη Οικονομικού, ως έχω το έννομο
συμφέρον να λάβω αντίγραφα των παραστατικών πληρωμών καθώς και των λογαριασμών κινητής τηλεφωνίας, των οποίων κάνει χρήση ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου.

Και ως ο πλέον καθ’ύλην αρμόδιος (Οικονομικός Επόπτης) αιτήθηκα, επίσης από την Προϊσταμένη Οικονομικού, αντίγραφα Ισολογισμών, Αποτελεσμάτων χρήσης καθώς και τις οικείες Εκθέσεις των Ορκωτών λογιστών, που αφορούν τα έτη 2011 έως 2016.
3.Όπως θα διαπιστώσετε από τις με αρ. πρωτ. 3162/14/11/2019 και 3176/14/11/2019, απαντήσεις της Προϊσταμένης Οικονομικού Τμήματος κ. Ελένης Κοκκοτά (ο συνάδελφός και Γ. Γραμματέας κ. Σπάτουλας, δεν μου απάντησε ποτέ), και την καταφανή άρνηση της για κάθε συνεργασία, αντιμετωπίζοντας με «ως τρίτο», η απαξίωση του προσώπου μου και του ρόλου μου, ως μέλος του Δ.Σ και Οικονομικού Επόπτη της Δ.Ε είναι πλέον γεγονός.

Τα ερωτήματα που γεννιούνται πολλά ..
Ο εκφυλισμός της θέσης μου, από το προσωπικό του Επιμελητηρίου και μέρος των συναδέλφων μου, καθώς και η συστηματική άρνηση συνεργασίας μαζί μου, αποτελούν κατάφωρη καταστρατήγηση της Επιμελητηριακής Νομοθεσίας, ενώ προσβάλλουν βάναυσα την προσωπικότητα μου και την επιχειρηματική μου οντότητα, καθιστώντας των βλάβη μου ποινικά κολάσιμη. Δια της παρούσης δήλωσης μου, επισημαίνω τον κίνδυνο που ελλοχεύει από την κατά παράβαση άσκηση των καθηκόντων των υπαλλήλων του Επιμελητηρίου, καθώς και την απροκάλυπτη καταστρατήγηση των αρχών της Διαφάνειας και της χρηστής Διοίκησης , που οφείλει να διέπει κάθε Δημόσιο Φορέα, όπως και πρωτίστως, θεσμούς όπως το Επιμελητήριο, του οποίου κεντρικός πυλώνας ύπαρξης είναι η προάσπιση των συμφερόντων των Μελών του».