Την επίσπευση των διαδικασιών για να συμπεριληφθεί ο Γύρος στον κατάλογο των εθνικών μας προϊόντων ζητά από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Επεξεργασίας Κρέατος (ΣΕΒΕΚ).

Με ανακοίνωση που εξέδωσε πριν από λίγες ημέρες, ο Σύνδεσμος απαιτεί την άμεση διαβίβαση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή του φακέλου προκειμένου να αναγνωριστεί ο γύρος ως Παραδοσιακό Ιδιότυπο Προϊόν (ΕΠΙΠ), επισημαίνοντας ότι και η συνέχεια της διαδικασίας αναγνώρισης σε κοινοτικό επίπεδο θα είναι δύσκολη και χρονοβόρα.

Εφόσον γίνει δεκτό το αίτημα, ο ελληνικός γύρος, μετά τη φέτα και το γιαούρτι, θα είναι και με τη «βούλα» το πρώτο ελληνικό Εγγυημένο Παραδοσιακό Ιδιότυπο Προϊόν (ΕΠΙΠ) στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Πώς ο γύρος θα κατοχυρωθεί ως παραδοσιακό ιδιότυπο προϊόν

Σύμφωνα με τον Ελεύθερο Τύπο, στόχος του ΣΕΒΕΚ είναι με την κατοχύρωση του προϊόντος ως ΕΠΙΠ να αναδείξει την αυθεντικότητα της ελληνικής παραγωγής γύρου, όπως έχει κατοχυρωθεί από τον Κώδικα Τροφίμων & Ποτών, τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στη διεθνή αγορά, να καταγράψει τα χαρακτηριστικά, τον τρόπο παραγωγής, τις προϋποθέσεις και τις τεχνικές λεπτομέρειες του προϊόντος, αλλά και να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο για τον γύρο ως παραδοσιακό προϊόν της Ελλάδας.

Παράλληλα, επιθυμεί να προασπίσει την εν λόγω κατηγορία προϊόντων από τον αθέμιτο ανταγωνισμό κυρίως στις διεθνείς αγορές και παράλληλα να συμβάλει στην περαιτέρω ανάπτυξη των εξαγωγών.

Επισημαίνεται ότι πριν από λίγους μήνες η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Κρέατος (ΕΔΟΚ) παραλίγο να… τινάξει στον αέρα την προσπάθεια για κατοχύρωση του γύρου ως ΕΠΙΠ, καθώς είχε υποβάλει ένσταση κατά του φακέλου του ΣΕΒΕΚ, καθώς θεωρούσε ότι έπρεπε να λάβει πιστοποίηση ως προϊόν Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ενδειξης (ΠΓΕ). Η διαφορά ΕΠΙΠ και ΠΓΕ έγκειται στο γεγονός ότι το σήμα ΕΠΙΠ αφορά στην πιστοποίηση του τρόπου παραγωγής του προϊόντος, δηλαδή τη συνταγή του, ανεξάρτητα από την προέλευση της πρώτης ύλης, ενώ με το σήμα ΠΓΕ πιστοποιείται η γεωγραφική προέλευση του προϊόντος, εν προκειμένω του χοιρινού κρέατος.

Πόσο γύρο παράγει η χώρα

Η ετήσια παραγωγή του γύρου υπολογίζεται στους 110.000 τόνους, εκ των οποίων σχεδόν το 80% προέρχεται από τις 10 μεγάλες βιομηχανίες του κλάδου και το υπόλοιπο 20% από 80 μικρότερες εταιρίες. Σημαντικό είναι και το κομμάτι των εξαγωγών, στις οποίες όμως δραστηριοποιούνται μόλις οι πέντε μεγαλύτερες βιομηχανίες εξάγοντας το προϊόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και σε κάποιες Τρίτες Χώρες, όπου όμως αυτό επιτρέπεται. Επισημαίνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής παραγωγής απορροφούν οι αγορές της Γερμανίας και της Μεγάλης Βρετανίας, ενώ μέσω θυγατρικών εταιριών σε άλλες χώρες ο ελληνικός γύρος εξάγεται μέχρι και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Σε ό,τι αφορά την κατανάλωση στους χώρους εστίασης (ψητοπωλεία), υπολογίζεται στους 450-490 τόνους ημερησίως, ενώ μαζί με τα σουβλάκια και άλλα είδη κρέατος η κατανάλωση κρεατοπαρασκευασμάτων αγγίζει τους 700 τόνους ημερησίως.

Οπως αναφέρουν στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής στελέχη του κλάδου, η οικονομική κρίση βοήθησε στην ανάπτυξη του γύρου καταγράφοντας αύξηση τουλάχιστον 30%. Αυτό οφείλεται στη στροφή των καταναλωτών από τις πίτσες και τα σπαγγέτι, που είναι ακριβότερα ως φαγητά, στον… φθηνό γύρο! Η αξία της αγοράς του γύρου εκτιμάται στα 500 εκατ. ευρώ ετησίως στα 16.500 ψητοπωλεία της χώρας, εκ των οποίων περίπου 380 εκατ. ευρώ «μένουν» στις βιομηχανίες.

Σχετικά με την ελληνικότητα του γύρου, οι ίδιες πηγές σημειώνουν ότι πρόκειται για 100% ελληνική «πατέντα» ως προς τον τρόπο παρασκευής του και ότι ουδεμία σχέση έχει με το τουρκικό ντονέρ. «Ο γύρος είναι κομμάτια χοιρινού κρέατος τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο. Δεν έχει καμία σχέση με το τουρκικό ντονέρ, παρά μόνο στον τρόπο ψησίματος», δηλώνουν και υπογραμμίζουν ότι οι Τούρκοι δεν τρώνε χοιρινό.

Ο φάκελος του γύρου

Οπως αναφέρεται στον φάκελο που κατατέθηκε για την κατοχύρωση του γύρου ως Εγγυημένου Παραδοσιακού Ιδιότυπου Προϊόντος, ο γύρος παρασκευάζεται σύμφωνα με τον παραδοσιακό τρόπο ψησίματος κομματιών κρέατος περασμένων σε σιδερένια βέργα μπροστά από πύρινη εστία, που προβλέπεται ήδη σε σχετική αγορανομική διάταξη. Σημειώνεται, δε, ότι η μέθοδος παραγωγής βασίζεται σε παραδοσιακές διεργασίες, όπως το φιλετάρισμα των κομματιών κρέατος, η καρύκευση, η τοποθέτηση του κρέατος σε στρώσεις κωνοειδούς σχήματος σε σιδερένια βέργα, το αργό περιστροφικό ψήσιμο μπροστά από μια κάθετη θερμαινόμενη εστία, ο τεμαχισμός των εξωτερικών στρώσεων του κρέατος με φορά από πάνω προς τα κάτω.