Η συζήτηση που έχει ανοίξει τελευταία για τα θέματα υγείας με επίκεντρο το δευτεροβάθμιο νοσηλευτικό ίδρυμα του νησιού και στη βάση «τι κάναμε εμείς και τι έκαναν οι προηγούμενοι», που επιχειρείται κυρίως από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ και της Διοίκησης, είναι ατελέσφορη, ανούσια και δεν οδηγεί πουθενά. Και κυρίως δίνει στη δημόσια συζήτηση χαρακτηριστικά οπαδικής αντιπαράθεσης τύπου Ολυμπιακού – ΠΑΟ για  ένα πολύ σοβαρό θέμα, όπως είναι ο τομέας της υγείας που σχετίζεται με το μεγαλύτερο αγαθό που έχει ο άνθρωπος την υγεία του και μάλιστα στα μνημονιακά χρόνια. Και επιπροσθέτως όσοι βάζουν την συζήτηση σε αυτές τις ράγες, λένε την μισή αλήθεια, που είναι χειρότερη από το ψέμα.

Τι θέλω να πω. Όποιος ισχυρίζεται, ότι «αυτά τα χρόνια λειτούργησε ο μαγνητικό τομογράφος ενώ τα προηγούμενα χρόνια ήταν στα κουτιά» παραποιεί την αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι ο μαγνητικός ήταν τοποθετημένος αλλά δεν λειτουργούσε γιατί δεν υπήρχαν ειδικευμένοι γιατροί. Αν η διοίκηση Γρηγορόπουλου δεν έστελνε τους γιατρούς να εκπαιδευτούν και η μετέπειτα διοίκηση Δερδεμέζη δεν έθετε σε λειτουργία, στην αρχή μια ή δύο φορές τον μαγνητικό, σήμερα ενδεχομένως να μην λειτουργούσε. Άρα δεν μπορείς να βάζεις Χ στις ενέργειες των προηγούμενων και να στέκεσαι μόνο στο σήμερα.

Το ερώτημα όμως που απασχολεί σήμερα τους Κερκυραίους πολίτες, στον 21ο αιώνα, είναι αν ο τομέας της Υγείας με αποκορύφωμα το δευτεροβάθμιο νοσηλευτικό ίδρυμα, δηλαδή το Νοσοκομείο καλύπτει τις ανάγκες του. Και η απάντηση δυστυχώς δεν μας αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. ΟΧΙ. Η απάντηση είναι ένα μεγαλοπρεπέστατο ΟΧΙ, χωρίς καμία διάθεση να υποβαθμίσω ή να μηδενίσω τις προσπάθειες κανενός. Αλλά για αντικειμενικούς και ενίοτε υποκειμενικούς λόγους η αλήθεια είναι αυτή.

Προσεγγίστε στο σύνολο του τον τομέα της Υγείας για να καταλάβετε και να συμφωνήσετε μαζί μου. Από την ανάγκη να μεταφερθεί ένα περιστατικό με το ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο και θυμηθείτε τις εικόνες της μεταφοράς πάνω σε καρότσα αγροτικού οχήματος ή να κείτεται τραυματίας για 3 και 4 ώρες στην άσφαλτο, μέχρι τα κέντρα υγείας και τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Και δεν είναι δικαιολογία «μα καλά πολλά ζητάτε τώρα στα χρόνια του μνημονίου» ή «πριν ήταν καλύτερα». Μιλάμε για τον 21ο αιώνα, μιλάμε για μια χώρα  της Ε.Ε, μιλάμε για την Κέρκυρα που συνεισφέρει δις ευρώ ετησίως στον δημόσιο κορβανά.

Στο πλαίσιο αυτό δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο σύγχρονος Κερκυραίος για μια απλή πια ιατρική πράξη όπως μια στεφανιογραφία θα πρέπει να μεταφερθεί σε Νοσοκομείο εκτός νησιού και κυρίως στα Γιάννενα, όταν αυτή η ιατρική πράξη γίνεται σε περισσότερα νοσοκομεία της χώρας πόλεων με αντίστοιχα χαρακτηριστικά με τα δικά μας.

Και εντάξει αντιλαμβάνομαι ότι η προσπάθεια για να ενισχυθεί με σύγχρονο εξοπλισμό το Νοσοκομείο μας είναι και χρονοβόρα και κοστοβόρα, αλλά δεν μπορώ να δεχθώ ότι δύο χρόνια περίπου μετά τη αποχώρηση του Διευθυντή της Πνευμονολογικής Kλινικής δεν έχει αντικατασταθεί ακόμα. Κάτι που είναι αυτονόητο και θα έπρεπε να είχε γίνει πριν την συνταξιοδότηση του Διευθυντή. Και αυτό κάτι δείχνει. Ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματα του.

Ούτε μπορώ να δεχθώ ότι έπρεπε να περάσουν 4 ολόκληρα χρόνια για να έρθει, όπως ισχυρίζονται ένας αξονικός τομογράφος.

Και με την ευκαιρία θα ήθελα να απαντήσει κάποιος, σε αυτά τα ερωτήματα που έθεσε ο πρώην Διευθυντής της Πνευμονολογικής Kλινικής ο κύριος Χαΐνης «πόσες φορές έχει χαλάσει ο αξονικός τομογράφος και πόσα χρήματα δαπανήθηκαν συνολικά και κάθε φορά για την επισκευή του».

Επαναλαμβάνω, εγώ δεν θέλω, ούτε είναι στις προθέσεις μου να υποβαθμίσω ή να μηδενίσω τις προσπάθειες κανενός, αλλά θέλω να βλέπω τη μεγάλη εικόνα για τον τομέα υγείας στο νομό και η μεγάλη εικόνα, δεν μπορεί ν αφήνει κανένα μας ικανοποιημένο. Αυτή είναι η αλήθεια.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις «Επισημάνσεις της Κυριακής», 30-06-2019.