Τις σοβαρές επιφυλάξεις της για την διαδικασία συγχωνεύσεων των Πανεπιστημίων με τα ΤΕΙ εκφράζει η η ΑΔIΠ (Αρχή για τη Διασφάλιση της ποιότητας στα ΑΕΙ) στην ετήσια έκθεση της που παραδόθηκε στην Βουλή.

Η έκθεση αφορά το έτος 2018 και επαναλαμβάνει τα βασικά συμπεράσματα των μελών της Αρχής  για την λειτουργία των πανεπιστημίων της χώρας αλλά και τις επιφυλάξεις της για τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Κυρίως δε αναφέρεται ότι οι συγχωνεύσεις Πανεπιστημίων και ΤΕΙ έπρεπε να έχουν γίνει μετά την εκπόνηση επιστημονικής μελέτης για τις ακαδημαϊκές, οικονομικές και κοινωνικές παραμέτρους που συνδέονται με τις αλλαγές αυτές, κάτι που ποτέ δεν έγινε.

Κατά τα άλλα η μελέτη αναφέρει ότι η  Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις των χωρών του ΟΟΣΑ τόσο στην απασχόληση των πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 25-64 (72%) όσο και των νέων αποφοίτων ηλικίας 25-34 (68%) και απέχει  16 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο των χωρών του Οργανισμού.

Σύμφωνα με την έκθεση της ΑΔΙΠ:

Η   κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών αυξάνει τις πιθανότητες απασχόλησης κατά 12%, σε  σύγκριση  με  τους  αποφοίτους  προπτυχιακών  προγραμμάτων  σπουδών,  ενώ  η  κατοχή διδακτορικού τίτλου κατά 14%. Σε αντίστοιχα συμπεράσματα είχα κεταλήξει πρόσφατα και σχετική μελέτη του ΙΟΒΕ (Ιδρυμα Οικονομικων και Βιομηχανικών Μελετών).

Όσον αφορά στις αποδοχές των πτυχιούχων, η Ελλάδα βρίσκεται σε σχετικά χαμηλή θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ και απέχει 14 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο.

Η ανεργία των πτυχιούχων στην Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των χωρών της ΕΕ28, παρόλο που παρουσιάζει τη μεγαλύτερη μείωση μεταξύ των ετών 2014-2018.

Η ανεργία πτυχιούχων γυναικών στην Ελλάδα τείνει σε διπλάσιο ποσοστό απ’ αυτό των ανδρών.

Πάντως συνολικα στην ΕΕ των 28, οι εγγεγραμμένοι φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το 2017 ανέρχονταν σε 19.773.238.

Από αυτούς, οι 1.457.288,δηλαδή το 7,37% του  συνόλου ,παρακολουθούσε σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης βραχείας ή διετούς διάρκειας, οι 12.071.562, δηλαδή το 61,05%, ήταν φοιτητές πρώτου κύκλου, οι 5.485.096, δηλαδή το 27,74%, ήταν μεταπτυχιακοί και οι 759.292, δηλαδή το 3,84%, ήταν διδακτορικοί φοιτητές.

Οι σπουδές που οδηγούν στην απόκτηση πτυχίου, μεταπτυχιακού διπλώματος και διδακτορικού τίτλου συναντώνται σε όλα τα κράτη μέλη.

Αντίθετα, η τριτοβάθμια εκπαίδευση «βραχείας διάρκειας» συναντάται μόνο σε ορισμένα κράτη μέλη, ενώ, συνήθως, συνδέεται με την πρακτική άσκηση, η οποία στοχεύει στην προετοιμασία των σπουδαστών για την είσοδό τους στην αγορά εργασίας.

Η Ελλάδα παραμένει η χώρα με τη μεγαλύτερη αναλογία φοιτητών ανά διδάσκοντα απέχοντας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά 23 μονάδες. Επισημαίνεται ότι το πλήθος των διδασκόντων σε σύγκριση με άλλες πληθυσμιακά παρόμοιες χώρες της Ευρώπης βρίσκεται στο ίδιο σχεδόν επίπεδο. Ωστόσο η αναλογία αποβαίνει δυσμενής λόγω του υπεράριθμου σχετικά φοιτητικού πληθυσμού, ο οποίος  περιλαμβάνει και τους «αιώνιους» φοιτητές. Επιπλέον, η  Ελλάδα  παρουσιάζει και τη δυσμενέστερη αναλογία διδακτικού προσωπικού ανδρών/γυναικών στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών.

Η δημόσια χρηματοδότηση της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ, σύμφωνα με στοιχεία της EUA, με ταυτόχρονη αύξηση του φοιτητικού πληθυσμού.  Η  ανάκαμψη  από  τη γενικότερη τάση  μείωσης  της  χρηματοδότησης αρχίζει  να εμφανίζεται από το 2017 σε αρκετά συστήματα ανώτατης εκπαίδευσης της Ευρώπης. Αναμένεται η τάση αυτή να καταγραφεί και για την Ελλάδα στο επόμενο χρονικό διάστημα.

Το σύνολο της έκθεσης παρατίθεται εδώ.