Είχα αποδεχτεί με δισταγμό την πρόταση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη να αναλάβω υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για τον Απόδημο Ελληνισμό.

Τελικά αποφάσισα να το κάνω γιατί πίστευα -και πιστεύω- ότι δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο για την σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ της μητέρας πατρίδας και του οικουμενικού Ελληνισμού.

Άφησα λοιπόν την ζωή μου στη Νέα Υόρκη και επέστρεψα στην Ελλάδα μετά από 50 χρόνια με την ελπίδα ότι από τη νέα μου θέση θα υπηρετούσα και την πατρίδα και τον Απανταχού Ελληνισμό.

Και πράγματι στους πέντε μήνες που διήρκεσε η θητεία μου, πάντα βέβαια σε συνεργασία με τον Πρωθυπουργό, πιστεύω ότι πετύχαμε πολλά. Πετύχαμε να βάλουμε τις βάσεις για μια «Ανοιξη» στις σχέσεις μεταξύ τους.

Οι ομογενείς μας δέχτηκαν με ενθουσιασμό την είδηση της επιλογής μου για τη θέση αυτή.

Και με στήριξαν σε βαθμό άκρως συγκινητικό όταν παραιτήθηκα.

Για να χρησιμοποιήσω μόνο ένα παράδειγμα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος σε επιστολή του αναφέρει: «…Εκφράσωμεν τη Υμετέρα Εξοχότητι την ευαρέσκειαν και τας θερμάς ευχαριστίας του Θρόνου και ημών, εφ’ οις κατά το διάστημα της υπηρεσίας Αυτής ζηλωτώς ειργάσατο προς προώθησιν και ευόδωσιν των ιερών συμφερόντων της Εκκλησίας και του Γένους».

Ωστόσο, στις αρχές Δεκεμβρίου, έπεσα θύμα, όπως είναι γνωστό, μιας συντονισμένης και ασυνήθιστης σε οξύτητα και χρονική έκταση εκστρατείας με στόχο την ηθική και πολιτική μου εξόντωση.

Ως δημόσιο πρόσωπο που ήμουν γνώριζα ότι ήταν θέμα χρόνου πριν μου ασκηθεί κριτική από την αντιπολίτευση και τα ΜΜΕ.

Κανένα πρόβλημα. Ο ρόλος των ΜΜΕ είναι ακριβώς αυτός, ο έλεγχος της κάθε εξουσίας.

Εξάλλου, αυτό έκανα κι εγώ, ως εκδότης/διευθυντής του «Εθνικού Κήρυκα», για 40 χρόνια, της μόνης ημερήσιας ελληνόφωνης εφημερίδας εκτός των ελληνικών συνόρων, που σε λίγο συμπληρώνει 105 χρόνια ζωής.

Ωστόσο, περίμενα μια κριτική σχετική με την αποστολή που είχα αναλάβει και τον τρόπο με τον οποίο την διαχειριζόμουν.

Μου ήταν αδύνατο να φανταστώ αυτό που συνέβη: Το ψεύδος, την λάσπη, την ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή «πληροφοριών», την σε απόλυτο βαθμό καταδίκη μου από σχολιογράφους, κλασικό στοιχείο ανευθυνότητας.

Και δεν περίμενα από έναν πρώην Πρωθυπουργός της Ελλάδας, όσο αρνητική εικόνα και να είχα γι’ αυτόν, να μου επιτεθεί τρεις φορές, στηριζόμενος στις «πληροφορίες» που διακινούσε ένας κατάδικος της Αμερικανικής Δικαιοσύνης.

Μα ούτε και περίμενα ότι σχολιαστές και γελοιογράφοι της «Καθημερινής» – ξεχωρίζω το σχόλιο του κ. Κασιμάτη- μια εφημερίδα που θα μπορούσε να αποτελεί το σχολείο της Δημοσιογραφίας της χώρας, θα συμμετείχαν στην εκστρατεία σπίλωσης του χαρακτήρα μου και κατ’ επέκταση, στην απομάκρυνσή μου από την κυβέρνηση.

Όμως ας δούμε τα φοβερά «εγκλήματα» για τα οποία κατηγορήθηκα:

Η βασική κατηγορία εναντίον μου ήταν ότι είπα ψέματα πως έχω MBA από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια (Columbia) της Νέας Υόρκης.

Σιχαίνομαι με πάθος τα ψέματα. Και φυσικά δεν είπα ψέματα ούτε στην περίπτωση αυτή.

Τι είπα; Είπα ότι για οικονομικούς λόγους δεν μπόρεσα «να αποκτήσω τον σχετικό τίτλο σπουδών» και ότι «λυπάμαι αν η διατύπωση προκάλεσε οποιαδήποτε παρερμηνεία ως προς το ότι είμαι κάτοχος του τίτλου σπουδών, εννοώντας το χαρτί, το δίπλωμα».

Αυτό επιβεβαιώνεται πλήρως από επιστολή του Πανεπιστημίου στην οποία αναφέρεται ότι «… ο κάτωθι φοιτητής έχει εκπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις για την απόκτηση του πτυχίου Μaster of Business Administration (ΜΒΑ) στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Κολούμπια, στις 26 Ιανουαρίου του 1977…».

Πού λοιπόν είναι το ψέμα;

Δυστυχώς, παρά την καθημερινή, αφόρητη πίεση που ασκούσαμε στο Πανεπιστήμιο, χρειάστηκαν να περάσουν πολλές μέρες για να εξασφαλίσω την επιστολή αυτή, καθότι πέρασαν 43 χρόνια (!) από τότε που τελείωσα και τα ρέκορντς μου είναι σε μικροφίλμ σε μια αποθήκη στη Νέα Ιερσέη.

Θα αντιπαρέλθω δύο άλλες κατηγορίες ως ανάξιες απαντήσεως.

Θα αναφερθώ όμως στην κατηγορία ότι ήμουν ταυτόχρονα πρόεδρος (CEO) σε εταιρείες στις ΗΠΑ και Υφυπουργός.

Ναι, στο θέμα αυτό φέρω ευθύνη. Με καθυστέρηση αντιλήφθηκα ότι αυτό που ήταν ρουτίνα στην πολιτική ζωή των ΗΠΑ ήταν αντίθετο με την ελληνική νομοθεσία, με αποτέλεσμα να μην προλάβω να ολοκληρώσω εγκαίρως την διαδικασία αποδέσμευσης μου από τις εταιρείες αυτές.

Mea culpa.

Ωστόσο, πέρα και πάνω από μένα ανησυχώ ότι τα ΜΜΕ -και ορισμένοι πολιτικοί- δεν έχουν μάθει τίποτα από την κρίση που περάσαμε και τους ορατούς κινδύνους που αντιμετωπίζουμε ως Έθνος.

Είναι, για παράδειγμα, πέρα από τραγικό ότι ένας πρώην Πρωθυπουργός υιοθέτησε ανεξέλεγκτες «πληροφορίες» ενός κατάδικου για να χτυπήσει τον Πρωθυπουργό, να εκδικηθεί εμένα για κριτική που του ασκούσα, και να σταματήσει την αποστολή μου ως Υφυπουργού των Εξωτερικών, αρμόδιου για τον Απόδημο Ελληνισμό, φοβούμενος την απήχηση που τα θετικά αποτελέσματα θα είχαν στη Νέα Δημοκρατία.

Κλείνω με αυτό: Στην εποχή μας τα ΜΜΕ περνούν κρίση λόγω επαναστατικών τεχνολογικών ανακαλύψεων, αλλά και λόγω απώλειας της αξιοπιστίας.

Πώς λοιπόν θα αρχίσουν να αποκαθιστούν την αξιοπιστία τους -το αναντικατάστατο εκείνο στοιχείο που πάνω από οποιοδήποτε άλλο αποτελεί τον λόγο της ύπαρξής τους- όταν δεν βρέθηκε ούτε ένα ΜΜΕ να δημοσιεύσει μια διόρθωση για την αδικία που διέπραξαν σε βάρος μου, μετά την παρουσίαση των στοιχείων που έκανα στην συνέντευξη που παραχώρησα στον «Σκάι» στις 20 Δεκεμβρίου;

*Το συγκεκριμένο άρθρο δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή της Κυριακής» 19 Ιανουαρίου 2020.