Ο Τζούλιο Καΐμη ή Καΐμης ήταν Ρωμανιώτης (ελληνόφωνος Εβραίος) ζωγράφος και διανοούμενος, συγγραφέας, κριτικός και μελετητής του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού και της εβραϊκής παράδοσης.

Υπήρξε πρωτοπόρος και συστηματικός ερευνητής του ελληνικού θεάτρου σκιών, του Καραγκιόζη.

O Τζούλιο Καΐμη γεννήθηκε στην πόλη της Κέρκυρας το 1897, από γονείς Ρωμανιώτες, σε ένα αρχοντικό σπίτι δίπλα από την εβραϊκή συναγωγή «Γκρέκα». Πατέρας του ήταν ο διαπρεπής εβραιολόγος και δάσκαλος Μωυσής Χαΐμης (1864-1929) και μητέρα του η Φανή Γιασουλά (†1951), απόγονος εμπορικής οικογένειας από τα Ιωάννινα. Ο Τζούλιο ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας, που είχε άλλα δυο, τον Αιμίλιο, και τη Ραχήλ.
Το οικογενειακό περιβάλλον του Καΐμη, από το οποίο επηρεάστηκε σημαντικά, ήταν άνετο από οικονομική άποψη και με πολλά πνευματικά ερεθίσματα. Ο Μωυσής Χαΐμης, που είχε συναναστροφή με σπουδαίους ανθρώπων των γραμμάτων (όπως οι Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Λορέντζος Μαβίλης, Αλέξανδρος Πάλλης, Βλάσης Γαβριηλίδης, Ανδρέας Καρκαβίτσας και Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), εξέδιδε στην Κέρκυρα το περιοδικό Ο Ισραηλίτης Χρονογράφος και αργότερα στη Αθήνα, έπειτα από την εγκατάσταση της οικογένειας στην πρωτεύουσα (το 1906), το περιοδικό Ισραηλιτική Επιθεώρησις (1912-1916), έντυπα τα οποία είχαν ως συνεργάτες και ορθόδοξους και καθολικούς χριστιανούς.

Ως ακραιφνής δημοτικιστής συνεργαζόταν με το περιοδικό Ο Νουμάς, ενώ ενδέχεται να είχε εμπλοκή και στα Ευαγγελικά, τα αιματηρά επεισόδια της Αθήνας (1901) με αφορμή την απόδοση των Ευαγγελίων στη δημοτική γλώσσα από τον Αλ. Πάλλη.

Πολιτικά, ο Μωυσής Χαΐμης είχε συνταχθεί με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ξεκόβοντας από τη συντηρητική παράδοση των ομοθρήσκων του αστών.
Ο Τζούλιο Καΐμη σπούδασε ζωγραφική στο Σχολείον των Τεχνών (προκάτοχος της ΑΣΚΤ) του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, με καθηγητές τους Δημήτρη Γερανιώτη, Γεώργιο Ιακωβίδη και Σπύρο Βικάτο.[6] Από το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1920 και μετά, καταγράφεται ως ανταποκριτής της Ιταλικής εφημερίδας La Tribuna στη Ρώμη, ως συνδαιτυμόνας του Άγγελου Σικελιανού στις πρώτες Δελφικές Γιορτές (1927), ως καλλιτεχνική δύναμη στο “Άσυλο Τέχνης” του Νίκου Βέλμου, στο περιοδικό “Φραγκέλιο” του οποίου το 1928 πρωτοδημοσιεύεται η μετάφραση του Καΐμη κατευθείαν από τα Σανσκριτικά: “Οι έξη κανόνες της ινδικής ζωγραφικής” του Ινδού καλλιτέχνη Abanidranath Tagore.

Στο “Άσυλο Τέχνης” γνωρίζεται με το ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη

Στα χρόνια της Σ.Κ.Τ. συνδέεται με τον Φώτη Κόντογλου ο οποίος στα 1929 τον εισάγει στο χώρο των γραμμάτων αλλά και των “μυεί” στην κοινωνία του Άθω. Μέσα από το περιοδικό το “3ο Μάτι” του Στρατή Δούκα αναπτύσει προσωπική σχέση με το ζωγράφο και χαράκτη Νίκο Χατζηκυριάκο – Γκίκα και μέσω του Δούκα στα 1932 γνωρίζει τον Γερμανό ζωγράφο Klaus Vrieslander (1909-1944) με τον οποίον θα δημιουργήσουν τρία βιβλία: Το “αραβικό διήγημα” Ο Άτυχος Γάμος, Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα και το βασικό έργο του Καΐμη τη μελέτη του δηλαδή πάνω στο Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Το 1934 περιπλανήθηκε πεζός στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο.

Οι εντυπώσεις των περιπλανήσεων αυτών καταγράφονται σε άρθρα του που δημοσιεύονται σε διάφορα περιοδικά της εποχής κατά τα έτη 1938-1939. Από το 1954 έως το 1957 φαίνεται να υπήρξε ευκαιριακός συνεργάτης διάφορων περιοδικών όπως το ιταλικό περιοδικό Olympio και λογοτεχνικό περιοδικό Cinzia της Φλωρεντίας. Επίσης δημοσιεύει μεταφρασμένη ποίηση του Φοίβου Δέλφη από τα Ελληνικά στα Ιταλικά και μεταφράζει ξένη ποίηση από τα Ιταλικά, γλώσσα η οποία υπήρξε και η μητρική του, στα Ελληνικά. Η κύρια μέριμνα του Καΐμη και αυτό που τον απασχόλησε μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν το Ελληνικό Θέατρο Σκιών.

Ο Τζούλιο Καΐμη πέθανε στις 31 Ιανουαρίου 1982 σε μικρή απόσταση από το σπίτι του στη Ριζούπολη από καρδιακό επεισόδιο.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/