Γυρίστηκε στην Ελλάδα και πρωτοεμφανίστηκε στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας. Όταν προβλήθηκε στις ελληνικές αίθουσες το 1956 αντιμετώπισε εμπορική αποτυχία αλλά και επιθετικότητα μεγάλης μερίδας του τύπου.

Είναι χαρακτηριστικό πως οι εφημερίδες της εποχής «Εστία» και «Αυγή», κατηγόρησαν την ταινία ως ανθελληνική ζητώντας την επέμβαση του εισαγγελέα.

Ο Δράκος αναγνωρίζεται σήμερα ως μία από τις σημαντικές ταινίες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου που συνδυάζει στοιχεία από τον ιταλικό νεορεαλισμό, τον γερμανικό εξπρεσιονισμό αλλά και το Φιλμ νουάρ.

Ανάμεσα στα προτερήματα της ταινίας είναι και η μουσική επένδυση, έργο του Μάνου Χατζιδάκι.

Ένας ασήμαντος τραπεζικός υπάλληλος ετοιμάζεται να περάσει μόνος τις διακοπές της Πρωτοχρονιάς όταν τρομοκρατημένος συνειδητοποιεί ότι μοιάζει μ’ έναν κακοποιό που οι εφημερίδες αποκαλούν «Ο Δράκος».

Λόγω της παρεξήγησης, η αστυνομία τον καταδιώκει και αυτός βρίσκει καταφύγιο σ’ ένα καμπαρέ. Μες στη διφορούμενη γοητεία της νύχτας, μία συμμορία του υποκόσμου τον αντιμετωπίζει ως τον γνήσιο Δράκο και μία χορεύτρια του καμπαρέ τον συμπαθεί. Σταδιακά ταυτίζεται με τον καινούργιο του ρόλο, και η επιθυμία του να δραπετεύσει απ’ την γκρίζα του ζωή και να γίνει «κάποιος» τον ωθεί στο να ηγηθεί μιας ληστείας αρχαιοτήτων. Όταν αποκαλύπτεται η αλήθεια, ο Δράκος βρίσκει τραγικό τέλος.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/