Ανέστης Βλάχος, Έλληνας ηθοποιός, από τους «κακούς» του Ελληνικού Κινηματογράφου.

Ο πατέρας του σκοτώθηκε στον πόλεμο του 1940. Ο Ανέστης τελείωσε τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού στο Ορφανοτροφείο Δράμας και το 1946 ήρθε στην Αθήνα μαζί με τη μητέρα του αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Σπούδασε στη σχολή Σταυράκου και παράλληλα δούλευε στην οικοδομή, όπου έχασε το μάτι του, όταν τραυματίστηκε σοβαρά από μια πρόκα. Η Έλλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν, που τότε ήταν ζευγάρι, τον φρόντισαν σαν αδέρφια. Υστερα από τόσα χρόνια, επιστρέφει στο θέατρο Ορφέας με το έργο «Οίκος ευγηρίας», που θα ανέβει το επόμενο διάστημα, με συμπρωταγωνιστές τους Νίκο Βανδώρο, Μαρία Ιωαννίδου, Τρύφωνα Καρατζά, Καίτη Φίνου, Τιτίκα Σαριγκούλη, Σπύρο Μπιμπίλα και πολλούς άλλους.

«Τόσα χρόνια δεν έκανα θέατρο, γιατί δούλευα στον κινηματογράφο, τον οποίο αγαπούσα πολύ. Εκανα πάνω από 180 ταινίες, με απορρόφησε το σινεμά. Εχω τιμητική σύνταξη χάρη στα βραβεία που έχω κερδίσει. Τώρα λοιπόν στα γεράματα μου έκαναν πρόταση να παίξω σε αυτό το έργο, το οποίο έχει να κάνει με μια κοινωνία απόστρατων ηθοποιών. Η ιστορία μας διαδραματίζεται μέσα σε ένα νοσοκομείο, όπου άνθρωποι που βρίσκονται στη “δύση” τους ανοίγουν την καρδιά τους, λένε τα προβλήματά τους. Ευχαριστήθηκα πολύ με αυτή τη συνεργασία, γιατί τους ήξερα ως ηθοποιούς, όμως δεν είχα συνεργαστεί μαζί τους. Θα δείτε μια παράσταση ανθρώπινη και θα καταλάβετε ότι και οι ηλικιωμένοι έχουν ψυχή».

Ομορφα περιστατικά που τα φυλάει στην καρδιά σαν πολύτιμα πετράδια

Ο κόσμος τον έχει συνδέσει με τον ρόλου του κακού, του άγριου, του άξεστου, ενώ εκείνος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ρολίστα. «Ο κινηματογράφος περισσότερο στηρίζεται στο physique και μετά στην ψυχολογία και στο ταμπεραμέντο του ηθοποιού. Έτυχε λοιπόν στην πρώτη μου ταινία, την “Αγιούπα” του Γκρεγκ Τάλας, να κάνω έναν βιαστή. Στον κινηματογράφο, όταν ένας ηθοποιός έπαιζε έναν ρόλο και είχε επιτυχία, τότε όλοι οι σεναριογράφοι έγραφαν τον ίδιο χαρακτήρα. Μην ξεχνάμε ότι γίνονταν 200 ταινίες τον χρόνο και δεν προλάβαιναν οι συγγραφείς να γράφουν, έλεγαν “υπάρχει ένας σκληρός, ποιος θα τον κάνει;” και σε έπαιρναν και γινόταν μοτίβο».

Το βλέμμα του νοσταλγικό όταν αναφέρεται στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο και ειδικά στον κουμπάρο του Νίκο Ξανθόπουλο. «Κάποτε πίναμε τον καφέ μας με τον Νίκο εδώ στην πλατεία Βικτωρίας. Κάποια στιγμή περνάνε δύο γυναίκες, οι οποίες αρχίζουν τραγικά να πιάνουν τα μαλλιάτους και να του λένε “Νίκο, πώς κάθεσαι δίπλα του”. Οπότε γυρίζει ο Νίκος και τους λέει “Τι λέτε, κυρίες μου, ο Ανέστης είναι το κουμπαράκι μου, το φιλαράκι μου, τον αγαπώ” κι εκείνες του φώναζαν “φύγε, φύγε θα σε σκοτώσει”. Αυτό είναι αληθινό! Χτυπιόντουσαν! Επειδή καθόμουν δίπλα του θεωρούσαν πως θα του κάνω κακό. Ενώ με τον Νίκο είμαστε κουμπάροι, με έχει στεφανώσει και είμαστε φίλοι χρόνια. Εχουμε και σήμερα επαφές, όχι πολύ τώρα που μεγαλώσαμε, παίρνουμε κανένα τηλέφωνο και τα λέμε».

Τα παρασκήνια από τις 180 ταινίες που έχει γυρίσει είναι αρκετά ώστε να γράψει ακόμη και βιβλίο. Μοιράστηκε μαζί μας κάποια περιστατικά, που τα φυλάει στην καρδιά του σαν πολύτιμα πετράδια.
«Στην ταινία του Νίκου Κούνδουρου “Το ποτάμι” εγώ έπρεπε να πέσω μέσα και, λόγω ζέστης, να ρίχνω νερό πάνω μου για να δροσιστώ. Έλα όμως που τα γυρίσματα τα κάναμε χειμώνα στις Σέρρες και το ποτάμι κατέβαζε κομμάτια πάγου! Εγώ έκανα κανονικά τη σκηνή, αλλά με έβγαλαν μελανιασμένο από το κρύο και άρχισαν να με τρίβουν με οινόπνευμα, γιατί δεν ανέπνεα» διηγείται, ενώ το κουβάρι των αναμνήσεων συνεχίζει να ξεδιπλώνεται.

Πηγή: www.madata.gr