Οφείλω να ομολογήσω από την αρχή αυτού του σημειώματος και να κάνω σαφή την προσωπική μου άποψη για τις επενδύσεις, γιατί θεωρώ ότι είναι ένα από τα βασικά εργαλεία ανάπτυξης και εξόδου της χώρας από την κρίση.

Οι επενδύσεις θα φέρουν χρήματα, τόσο στο κράτος, όσο και στους εργαζόμενους, θα αξιοποιηθούν πλεονεκτήματα που μέχρι σήμερα μένουν αναξιοποίητα, θα δημιουργηθεί υπεραξία και υπό προϋποθέσεις θα δημιουργηθούν οι συνθήκες για την αναβάθμιση του τόπου και του επιπέδου διαβίωσης των κατοίκων ενός τόπου. Δηλαδή να υπάρξει ένα modus vivendi μεταξύ των δυο πλευρών, ανάμεσα στο Ελληνικό κράτος και στους επενδυτές, επ’ ωφελεία και των δύο και κυρίως επ’ ωφελεία του τόπου και της κοινωνίας. Και εδώ αρχίζει μια μεγάλη συζήτηση, αν θέλετε και με ιδεολογικό υπόβαθρο, αν ένας επιχειρηματίας που αποσκοπεί στο κέρδος, μπορεί να λειτουργήσει μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, που ναι με θα κερδίσει, αλλά θα σέβεται τον χώρο και την χώρα και τον τόπο που επενδύει. Στα προηγμένα και σύγχρονα κράτη της Ευρώπης αυτά τα ερωτήματα, υπό τύπου διλήμματος τα οποία θέτουμε λίγο πολύ όλοι μας, δεν υπάρχουν και δεν απασχολούν τις δημόσιες συζητήσεις γιατί απλά, ως ευνομούμενα κράτη, όλες αυτές οι λειτουργίες έχουν καθορισθεί από τους νόμους.

Δυστυχώς στην Ελλάδα τα πράγματα είναι λίγο συγκεχυμένα και για αυτόν τον λόγο, ακόμα και όσοι από ιδεολογική αφετηρία τάσσονται υπέρ των επενδύσεων σε κάποιες περιπτώσεις είναι αρκούντως επιφυλακτικοί. Έχουν δει πολλά τα μάτια και ακριβώς εδώ εδράζονται οι όποιες επιφυλάξεις ο καθένας μας μπορεί να διατυπώσει. Και αυτό ισχύει και για τις δύο πλευρές. Έχουμε δει επενδυτές που θέλουν να εκμεταλλευτούν και να κερδίσουν από τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας, επενδύοντας σε αυτήν και να φεύγουν απογοητευμένοι, κλασικό παράδειγμα ο Εμίρης του Κατάρ ή άλλοι επενδυτές οι οποίοι στο τέλος κλαίνε τα χρήματα τους. Και βεβαίως υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος, που κάποιες επενδύσεις ή ιδιωτικοποιήσεις, σηκώνουν πολύ συζήτηση για το εάν εξυπηρετούν την χώρα και κυρίως το δημόσιο συμφέρον, όπως η περίπτωση της πώλησης των τρένων με 45 εκατομμύρια ευρώ, όταν η Νέα Δημοκρατία, είχε ανακοινώσει ότι θα πωληθούν έναντι τιμήματος 300 εκατομμυρίων ευρώ, είχε ξεσπάσει μίνι «εμφύλιος».

Δεν είναι όλα τα δάχτυλα ίδια και προφανώς όταν προσεγγίζουμε θέματα που αφορούν τις ιδιωτικοποιήσεις και τις επενδύσεις, δεν θα πρέπει να τις προσεγγίζουμε με τον ίδιο τρόπο, ανεξαρτήτως ιδεολογικής αφετηρίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ενστάσεις που διατύπωσε ο Κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας και πρώην Υπουργός Νίκος Δένδιας, ο οποίος μιλώντας στο Corfutv και στην εκπομπή «Λόγος Αντίλογος» τόνισε χαρακτηριστικά ότι «υπό προϋποθέσεις θα ταχθώ με την πλευρά όσων είναι αντίθετοι στην επένδυση στον Ερημίτη».

Προσωπικά προσυπογράφω την δήλωση και κυρίως το σκεπτικό Δένδια, υπό την έννοια ότι μια επένδυση την οποία προσεγγίζουμε από την πλευρά της κοινωνίας, θα πρέπει να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, θα προστατεύει το φυσικό ή δομημένο περιβάλλον, θα σέβεται το πολιτισμικό και ιστορικό απόθεμα και δεν θα λειτουργεί σε βάρος της πανίδας και της χλωρίδας ενός τόπου, αλλάζοντας δραματικά το μικροκλίμα, παράγοντες καθοριστικοί για έναν τουριστικό προορισμό όπως η Κέρκυρα, αφού αυτά τα χαρακτηριστικά αποτελούν τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα.

Δεν μπαίνω στην ουσία της επένδυσης της συγκεκριμένης, αλλά οριοθετώ, με βάση το σκεπτικό Δένδια, τους όρους και τις προϋποθέσεις που πρέπει να θέτουμε όταν γίνονται επενδύσεις στο νησί μας και θέλουμε να γίνονται επενδύσεις ή στην χώρα μας.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις ‘’Επισημάνσεις της Κυριακής’’, 05-11-2017.