Τον είχα ακουστά, ως όνομα, από τον πατέρα μου που ήταν φίλος με τον πατέρα του, αλλά τον γνώρισα πολύ αργότερα σε μια αποστολή του ΝΑΟΚ σε ένα Πανεπαρχιακό πρωτάθλημα κολύμβησης στο Βόλο, που είχε συνοδεύσει τα παιδιά του. Θυμάμαι μάλιστα, σε ένα διάλειμμα των αγώνων σε μια εκδρομή στη Μακρυνίτσα, τον είχα πλησιάσει και με τη νεανική αφέλεια τον είχα ρωτήσει, αν όντως πίνοντας μαζί κόκα κολα με ασπιρίνη ισοδυναμούσε με ντόπινγκ. Γέλασε και με συμβούλεψε να μην το κάνω, γιατί κινδυνεύω να πάθω διάτρηση στομάχου. Τον παράκουσα, χωρίς όμως ευεργετικά αγωνιστικά αποτελέσματα.
Τον γνώρισα πολύ αργότερα, ως δημοσιογράφος εγώ και ως πολιτικό στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας ο ίδιος και αργότερα ως αυτοδιοικητικός. Τότε γίναμε φίλοι, γιατί ο Σπύρος Μανωλάτος, όσο διάστημα τον γνώριζα εγώ είχε μόνο φίλους. Ακόμα και όταν διαφωνούσε μαζί σου, στο έλεγε με το χαμόγελο στα χείλη. Σε εμένα, που είχαμε λίγο περισσότερο θάρρος μου έλεγε «πάλι κουταμάρες κάνεις», μέχρις εκεί. Ο Σπύρος Μανωλάτος συγκαταλεγόταν σε αυτή την κατηγορία των ανθρώπων, που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν νευριάζουν πoτέ.
Το 1997 – 98 έκανε πράξη αυτό που όλοι λέμε, αλλά λίγοι τολμούν να το κάνουν, την ακομμάτιστη τοπική αυτοδιοίκηση, σε μια εποχή που ήταν όντως ζητούμενο.

Συνεργάστηκε με τον τότε Δήμαρχο Χρύσανθο Σαρλή, ο οποίος προερχόταν από το ΠΑΣΟΚ, χωρίς όμως να έχει, αν θυμάμαι καλά, στις τότε αυτοδιοικητικές εκλογές την υποστήριξη του κόμματος. Κέρδισαν τις εκλογές και τότε κάποιοι θερμόαιμοι ήθελαν την διαγραφή του από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, της οποία υπήρξε Πρόεδρος της Νομαρχιακής Επιτροπής Κέρκυρας και όλη του οικογένεια και ο συγχωρεμένος αδελφός του είχαν στηρίξει με όλες τους τις δυνάμεις το κόμμα αυτό.
Εκείνη την περίοδο, ως Πρόεδρος της ΔΕΥΑΚ πέτυχε με την συνεργασία του πρώην Πρωθυπουργού Γεωργίου Ράλλη, με τον οποίο ήταν προσωπικοί φίλοι, μια χρηματοδότηση 7 δις δραχμών για την ανανέωση των δικτύων ύδρευσης της πόλης, με την προοπτική της λύσης των φραγμάτων.
Ήταν άνθρωπος που δεν όχι μόνο δεν επεδίωκε τις αντιπαραθέσεις, αλλά τις απέφευγε και με αυτό το μειλίχιο ύφος του, αντιμετώπιζε όλες τις δυσκολίες με στωικότητα. Ήταν και θα παραμείνει στις μνήμες μας από τις πιο ευγενικές φυσιογνωμίες της πόλης μας και του νησιού μας.
Κάθε Κυριακή συναντιόνταν μαζί με τους φίλους του, όλων των πολιτικών και κομματικών αποχρώσεων, στο γνωστό καφέ στο Λύγερη, αν περνούσες από εκεί, σίγουρα θα τους συναντούσες.
Όταν με συναντούσε μετά από πολύ καιρό μου έλεγε «κουμπάρε που είσαι;», για να με πειράξει. Είχα πολύ καιρό να τον δω και δυστυχώς «έφυγε» χωρίς να ακούσω πρόσφατα την προσφώνηση του.
«Κουμπάρε» καλό ταξίδι…