Στη διεθνή μουσική βιβλιογραφία του 20ου αι. εμφανίζεται αρκετά συχνά το όνομα του γεννημένου στην Κέρκυρα συνθέτη, μουσικού και μουσικολόγου Γαετάνου Τζουφρέ. Εσφαλμένα σαν ημερομηνία γέννησης αναφέρεται το έτος 1918. Στην πραγματικότητα ο Γαετάνος γεννήθηκε στην πόλη της Κέρκυρας στις 14 Σεπτεμβρίου του 1917 και σήμερα πλέον διανύει το 101ο έτος της ζωής του. Είναι λιγοστοί πια εκείνοι που θυμούνται στην Κέρκυρα την οικογένεια Τζουφρέ, τον κυρ Γιάννη υπαρχιμουσικό στην παλαιά Φιλαρμονική τη δεύτερη – ταραγμένη – δεκαετία του εικοστού αιώνα, τον Σπύρο, που τόσο άδοξα «έφυγε» νέος απ’ τη ζωή και το Γαετάνο, γνωστό μουσικό και συνθέτη που περιπλανήθηκε σε όλο τον κόσμο, παλεύοντας με τις παραδοσιακές μουσικές ιδεολογίες και φόρμες, κάποτε ανορθόδοξα κι άλλοτε εκκεντρικά.

Μία μουσική αστική οικογένεια των αρχών του 20ου αι. ήταν αυτή των Τζουφρέ, με τον πατέρα να διευθύνει την οικογενειακή του ορχήστρα και τα παιδιά να συνοδεύουν στο βιολί και στο πιάνο, άλλοτε στο Θέατρο (στην Όπερα), άλλοτε στο «Φοίνικα» και πολλές ακόμα φορές στα σαλόνια που καλούνταν να συνοδεύουν, μουσικά, κάποιο γεγονός ή κάποια εκδήλωση. Από την οικογένεια των Τζουφρέ μόνο η κόρη, η Γιολάντα, παρέμεινε στο νησί, δημιουργώντας τον δικό της, όμορφο οικογενειακό κύκλο και αφιερώνοντας τη ζωή της σε αυτόν. Ο Γαετάνος επέλεξε τον μοναχικό δρόμο της περιπλάνησης, ξεκινώντας από την Αθήνα, εκεί όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο πιάνο και στη σύνθεση δίπλα στον Δημήτρη Μητρόπουλο, τον Woldemar Freeman, την Τζίνα Μπαχάουερ και τον Γεώργιο Σκλάβο. Στη συνέχεια, με προτροπή του Karl Orff θα σπουδάσει στη Ρώμη, όπου θα λάβει το δίπλωμα πιάνου και διεύθυνσης χορωδίας από την Ακαδημία της Santa Cecilia, ενώ στο πλευρό του Alfredo Casella και του Goffredo Petrassi θα μελετήσει σύνθεση και διεύθυνση χορωδίας.

Πολυσχιδής προσωπικότητα, μοναχικός και απόμακρος, ακόμα και από την οικογένειά του, περιπλανήθηκε από το 1957 σε όλο τον κόσμο, διευθύνοντας ραδιοφωνικούς σταθμούς, χορωδίες και ορχήστρες, συνθέτοντας συμφωνικά, χορωδιακά και οπερετικά έργα για διάφορα μουσικά σύνολα και φορείς, αλλά και παραγγελίες για την Κυβέρνηση της Ιταλίας και τα Κράτη της Ελβετίας και της Ιαπωνίας, αποσπώντας βραβεία και διακρίσεις. Το έργο του χαρακτηρίζεται από μία μοντέρνα και έξυπνη σύλληψη, αν και κάποια έργα του δοκιμάστηκαν σκληρά από το κοινό, κυρίως στη χώρα μας, που δεν ήταν προετοιμασμένο να δεχθεί τους πειραματισμούς του.

Το 1976 ύστερα από μία σειρά ταξιδιών στη Σοβιετική Ένωση και στη Ν. Αφρική, όπου ήρθε σε επαφή με τη μουσική ελίτ της περιόδου, όπως τον Chostakovitch, τον Khatchatourian και τον Kabalevsky, επιχειρεί να επιστρέψει στην Ελλάδα, διδάσκοντας χορωδιακή μουσική πρώτα στην Αθήνα και ακολούθως στη Λευκάδα. Ο έντονα κυκλοθυμικός του χαρακτήρας δεν τον αφήνει να ριζώσει. Αναζητά ένα νέο περιβάλλον να εργαστεί και το 1981 αποφασίζει να εγκατασταθεί στον Καναδά, εκεί όπου αυτές τις ημέρες εόρτασε τα 100ά του γενέθλια.

Τον Γαετάνο τον πρωτογνώρισα το 1995 όταν αποφάσισε να επιστρέψει στην Κέρκυρα με την ελπίδα πως θα μπορούσε να παραμείνει για πάντα στη γενέτειρά του. Μεγάλη του φιλοδοξία υπήρξε να βρει ένα φιλόξενο χώρο για να εκθέσει και να διαφυλάξει τα μουσικά, ζωγραφικά και άλλα συλλεκτικά του μαζέματα. Λίγο οι μεγάλες του προσδοκίες, λίγο οι κακές συγκυρίες της εποχής, λίγο το θυμικό του, δεν το επέτρεψαν και αναχωρώντας πια από το νησί αποφασίζει να κληροδοτήσει το μεγάλο μουσικό του αρχείο στο μουσικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Λωζάννης, το οποίο το 1997 θα παρουσιάσει επίσημα το σύνολο της μουσικής του δημιουργίας. Στα έργα του, όπως σημείωσαν διακεκριμένοι μουσικοκριτικοί της εποχής του, καταφεύγει ως κολορίστας στις αποχρώσεις του τίμπρου, χροιές που του είναι τόσο προσφιλείς, ενώ προσπαθεί να δημιουργήσει μέσα στα πολυποίκιλα ηχητικά του σχήματα και τους παράφορους ρυθμούς, παράτολμες και παράξενες συγχορδίες, που ξαφνιάζουν συνήθως τους αμύητους ακροατές. Τα οπερετικά του έργα έχουν χαρακτηρισθεί ότι διαθέτουν προθέσεις διαφορετικές και αντίθετες από τις απαιτήσεις του Λυρικού Θεάτρου και τα περιέγραψαν με μωσαϊκό περιστατικών. Για τους «ορθόδοξους» όμως της «διτονικής κλίμακας» το μωσαϊκό αυτό της πολυφωνίας θα μπορούσε να είναι το καλειδοσκόπιο με το οποίο μετριέται το ύφος της συγκεκριμένης τέχνης.

Τον Γαετάνο τον γνωρίσαμε όμως και μέσα από μία άλλη ιδιότητα, αυτή του ζωγράφου και κύρια του πορτρετίστα. Υπό την αιγίδα της τότε δημοτικής αρχής, το Φεβρουάριο του 1995, εξέθεσε δεκάδες έργα του στο φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου, μετουσιώνοντας τα μουσικά του βιώματα και τις μορφές που ξεπηδούσαν μέσα από τις συνθέσεις του, σε χρώματα πάνω στον καμβά ή σε χαρτόνια. Μεγάλη η επιτυχία της έκθεσης, όχι όμως και του καλλιτέχνη που βασανίζονταν στα 78 του χρόνια να περιπλανιέται σε μία Κέρκυρα τόσο ξένη σε σχέση με εκείνη που είχε αφήσει πενήντα πέντε χρόνια νωρίτερα.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 2009 τον επισκέφθηκα στον Καναδά με σκοπό την συγκέντρωση και καταγραφή των καταλοίπων του που με μεγάλη γενναιοδωρία μου εμπιστεύθηκε κι είναι ενθαρρυντικό και παρήγορο το γεγονός ότι εκδηλώνεται σήμερα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την επανεκτίμηση του αβανγκαρντίστα κερκυραίου δημιουργού, που όπου κι αν βρέθηκε μιλούσε με πάθος για τη γενέτειρα και τα πρώτα του χρόνια εδώ. Ίσως τελικά καταφέρουμε να τον ανακαλύψουμε ξανά.

Σπύρος Π. Γαούτσης
[email protected]

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις ‘’Επισημάνσεις της Κυριακής’’ 24-09-2017.