Ομιλία της βουλευτή Κέρκυρας του ΣΥΡΙΖΑ Φωτεινής Βάκη στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση και ψήφιση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εξωτερικών «Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών».

«Ένα πρώτο βήμα διαφύλαξης του Ινστιτούτου ως ακαδημαϊκού ιδρύματος και ένα ανάχωμα σε λογικές που το ταλαιπώρησαν και το μαράζωσαν προσπαθώντας να το εκφυλίσουν σε πολιτιστικό κέντρο ποικίλης ύλης, σε κέντρο μιας διερχόμενης κοσμικής ελίτ, σε θέρετρο διπλωματικής αναψυχής. Να εμφυσήσουμε ζωή, να ξαναδώσουμε οξυγόνο, μετατρέποντας ένα θεσμό που έγινε πεδίο βολής διασταυρούμενων πυρών Υπουργείων και πολιτικών συμφερόντων εδώ και πολλές δεκαετίες, σε ένα ερευνητικό κύτταρο. 

Ας μην επιτρέψουμε μια ιστορία που έγραψαν οράματα και μεράκια, ερευνητικό πάθος και ανιδιοτέλεια, να γίνει το χρονικό ενός προαναγγελθέντος  θανάτου ή ένας ακόμη “θάνατος στη Βενετία” όπως είπαν πριν άλλοι συνάδελφοι, χωρίς την αισθητική ενός Βισκόντι και ενός Τόμας Μαν».

Ολόκληρη η ομιλία:

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας το γέννησε το όραμα ενός Επτανήσιου διπλωμάτη και ποιητή, του Μαρίνου Σιγούρου. Το γέννησε η πράξη υψίστης γενναιοδωρίας και ανιδιοτέλειας της Ελληνικής Κοινότητας της Βενετίας, που του δώρισε το σύνολο της ακίνητης περιουσίας της, στην οποία, μεταξύ άλλων, συγκαταλέγονται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, η Φλαγγίνειος Βιβλιοθήκη και το Μέγαρο της Φλαγγινείου Σχολής που είναι η έδρα του. Το γέννησε, αν θέλετε, η ανάγκη τότε να εξευρεθεί το θεσμικό και ερευνητικό ενδιαίτημα της διαχείρισης της ιστορικής μνήμης. Η ληξιαρχική πράξη γέννησης, η διεθνής συμφωνία μεταξύ της ελληνικής και ιταλικής κυβέρνησης το 1949, δια της οποίας ρυθμίστηκαν το οικονομικό και νομικό καθεστώς του Ινστιτούτου. Και έτσι, έλαβε σάρκα και οστά το παλαιότερο ελληνικό ερευνητικό ίδρυμα στο εξωτερικό, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, επιφορτισμένο με ερευνητική αποστολή την οποία επετέλεσε και πρέπει να συνεχίσει να επιτελεί.

Ας μου επιτραπεί σε αυτό το σημείο η παράθεση κάποιων στοιχείων που δεικνύουν και την πολυσχιδή ερευνητική δραστηριότητα του Ινστιτούτου μέχρι το 2016. Ογδόντα τρεις αυτοτελείς μελέτες, στις οποίες συγκαταλέγονται μονογραφίες, πρακτικά συνεδρίων και αφιερωματικοί τόμοι, διοργάνωση συνεδρίων αλλά και η ανελλιπώς κατ’ έτος έκδοση του διεθνούς περιοδικού Θησαυρίσματα και πολλά άλλα. Το Ινστιτούτο έδωσε στέγη σε εκατοντάδες ερευνητές, Έλληνες και αλλοδαπούς, για τη διεξαγωγή έρευνας και έγινε και η κοιτίδα πολλών διδακτορικών διατριβών που προήγαγαν τις βυζαντινές και τις μεταβυζαντινές σπουδές. Ας συνεκτιμηθεί και η ανυπολόγιστης αξίας όσμωση των υποτρόφων με τα πανεπιστήμια της Βενετίας και της Πάδοβας, τη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη αλλά και το Κρατικό Αρχείο Βενετίας, που έδωσε πλούσια τροφή στην έρευνα και ιδιαίτερα στην έρευνα σχετικά με την Ενετοκρατία.

Η ιστορία του Ινστιτούτου, δυστυχώς, δεν ήταν μόνο η ιστορία της προβολής και της καλλιέργειας των ανθρωπιστικών σπουδών. Είναι και μία μακρά ιστορία ερίδων, κατηγοριών και αντεγκλήσεων, που κάποιες φορές σπίλωσαν την τιμή και την αξιοπρέπεια ερευνητών υψηλού διαμετρήματος. Μανούσος Μανούσακας× οι κατηγορίες εναντίον του Μανούσου Μανούσακα κατέπεσαν στα δικαστήρια, αλλά ο ίδιος έφυγε με το βάρος μιας τεράστιας αδικίας. Από τη δεκαετία του 1980, πολιτικές –άγονες κάποιες φορές- ασύστατες κατηγορίες και διώξεις απείλησαν το Ινστιτούτο με αδρανοποίηση, μαρασμό και αλλοίωση της φυσιογνωμίας του. Τούτο επ’ ουδενί, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι το Ινστιτούτο, όπως και κάθε ερευνητικός θεσμός, κάθε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, μένει στο απυρόβλητο και δεν υπόκειται σε οικονομικούς ελέγχους και λογοδοσία, ότι δεν διέπεται από καθεστώς διαφάνειας. Αυτά είναι αυτονόητα. Το παρόν νομοσχέδιο έχει πρόνοιες περί αυτού και βάζει θεσμικές δικλείδες ασφαλείας.

Το θεμελιώδες όμως ερώτημα, το οποίο οφείλουμε να απαντήσουμε σήμερα, αν θέλουμε να επανεκκινήσει το Ινστιτούτο, αφορά τη φυσιογνωμία και την ταυτότητά του, την οποία καλούμαστε να θωρακίσουμε νομοθετικά με το σχέδιο νόμου που συζητούμε. Ας μην εξαντληθούμε -θα συμφωνήσω με πολλούς ομιλητές- σε αοριστολογίες, σε αμφισημίες όρων, όπως «πολιτιστική προβολή», «διπλωματία», που εκούσες ακούσες αποδυναμώνουν και συσκοτίζουν την ακαδημαϊκή αποστολή του θεσμού. Να το θέσω διαφορετικά και προς αποφυγή παρεξηγήσεων: Η καλύτερη πολιτιστική προβολή ή διπλωματία είναι η ενίσχυση και επικαιροποίηση της ερευνητικής διάστασης του Ινστιτούτου, η πάση δυνάμει συντήρησή του σε αυτό που έλεγε ο αείμνηστος Παναγιωτάκης, σε προκεχωρημένο φυλάκιο του νεοελληνικού πολιτισμού.

Μετά από μια γόνιμη διαβούλευση στις Επιτροπές, μετά από μια εξόχως διαφωτιστική ακρόαση των φορέων, το νομοσχέδιο συμπεριέλαβε καθοριστικές αλλαγές επί τα βελτίω, που κινούνται στη παραπάνω κατεύθυνση. Αναφέρθηκα προηγουμένως στην ανάγκη επικαιροποίησης, εκσυγχρονισμού του Ινστιτούτου. Όταν ιδρύθηκε το Ινστιτούτο, τότε στις αρχές του 1950, ο μόνος ερευνητικός φορέας στη χώρα μας ήταν η Ακαδημία Αθηνών. Στη παρούσα συγκυρία, με την πληθώρα ερευνητικών ιδρυμάτων, τον πληθωρισμό έρευνας και την πρόσφατη ψήφιση θεσμικού καθεστώτος που τα διέπει, το Ινστιτούτο θα πρέπει κάποια στιγμή και ως προς την ερευνητική αποστολή του να εναρμονιστεί με το παραπάνω.

Η εκλογή του Προέδρου και επιπλέον και του επιστημονικού συμβουλίου -του οποίου η συγκρότηση προβλέπεται και με νομοτεχνική βελτίωση από τον κανονισμό- οφείλει να υπόκειται, και υπόκειται, στα κριτήρια των ακαδημαϊκών κρίσεων. Επίσης, οφείλει να μη μεταλλαχτεί σε μια γραφειοκρατική διαδικασία. Κάναμε πολλές συζητήσεις επ’ αυτού. Οι επιστήμονες, οι ερευνητές, οι ακαδημαϊκοί εκλέγονται από ομότεχνους, δεν διορίζονται. Το διαβατήριο εισόδου, την «κάρτα μέλους» στην ακαδημαϊκή κοινότητα, τη δίδει η άσκηση ελεύθερης και δημόσιας επιστημονικής κρίσης και όχι η εκάστοτε πολιτική ηγεσία των υπουργείων. Η υπαλληλοποίηση και οι εξαρτήσεις από την εκάστοτε εξουσία είναι ο θάνατος της ακαδημαϊκής έρευνας.

Το παρόν σχέδιο νόμου με τις βελτιωτικές του τροποποιήσεις, θωρακίζει τόσο τη χρηστή διοίκηση (διαχειριστική επιτροπή, οικονομικός διευθυντής, ετήσια έκθεση πεπραγμένων κοκ.) όσο και τον ερευνητικό χαρακτήρα του Ινστιτούτου, προσδίδοντάς του εξωστρέφεια. Είναι ένα πρώτο βήμα διαφύλαξης του Ινστιτούτου ως ακαδημαϊκού ιδρύματος. Και προσπαθεί να γίνει και ένα ανάχωμα σε λογικές που το ταλαιπώρησαν και το μαράζωσαν, προσπαθώντας να το εκφυλίσουν σε πολιτιστικό κέντρο ποικίλης ύλης, σε κέντρο μιας διερχόμενης κοσμικής ελίτ, σε θέρετρο διπλωματικής αναψυχής, δεν θέλουμε κάτι τέτοιο. Να εμφυσήσουμε ζωή, να ξαναδώσουμε οξυγόνο, μετατρέποντας ένα θεσμό, που έγινε πεδίο βολής διασταυρούμενων πυρών, Υπουργείων, πολιτικών συμφερόντων εδώ και πολλές δεκαετίες, σε ένα ερευνητικό κύτταρο.

Ας μην επιτρέψουμε μια ιστορία που έγραψαν οράματα και μεράκια, ερευνητικό πάθος και ανιδιοτέλεια, να γίνει το χρονικό ενός προαναγγελθέντος  θανάτου ή ένας ακόμη «θάνατος στη Βενετία», όπως είπαν πριν και οι συνάδελφοι κ. Τζαβάρας και κ. Σεβαστάκης, χωρίς την αισθητική ενός Βισκόντι και ενός Τόμας Μαν.