Ο Μητροπολίτης Κερκύρας Αθανάσιος Πολίτης (1848-1870) αποτελεί εμβληματική φυσιογνωμία της κερκυραϊκής Εκκλησίας που ως ιεράρχης της, τη χρονική περίοδο προ και κατά την Ένωση της Επτανήσου μετά την Ελλάδα, δόθηκε ψυχή τε και σώματι στην υπηρεσία αυτού του σκοπού, έτσι ώστε ο Σπ. Παπαγεώργιος στο μνημειώδες έργο του να αναφέρει ότι: «ο δημόσιος βίος του Αθανασίου Πολίτου ανήκει μάλλον κατά το πλείστον εις την Πολιτείαν παρά εις την Εκκλησίαν της Κερκύρας· […] οι ριζοσπάσται και οι πατριώται Κερκυραίοι είχον αυτόν συμπράκτορα εν ταις εθνικαίς ενεργείαις εν τη Ιονίω Βουλή και εν τη Δημοσιογραφία, και εις αυτόν απετείνοντο πάντοτε […] οι ριζοσπάσται βουλευταί Βερύκιος, Λομβάρδος και άλλοι των νήσων». (Βλ. Σπυρίδωνος Κ. Παπαγεωργίου, Ιστορία της Εκκλησίας της Κερκύρας, από της συστάσεως αυτής μέχρι του νυν, εν Κερκύρα, 1920, σ. 162-163).

Μητροπολίτης Κερκύρας εξελέγη μετά από ψηφοφορία του ιερού κλήρου της Μητροπόλεως Κερκύρας στις 29 Μαΐου 1848 (σύμφωνα με την Μʹ Πράξη της Δʹ Γερουσίας του Ιονίου Κράτους της 31ης Μαΐου 1833 και με το από 31ης Ιουλίου 1833 Διάταγμα της Ιονίου Βουλής). Να σημειωθεί ότι: «ο Πανοσιώτατος Δόκτωρ Αθανάσιος Πολίτης» και μέχρι τότε Πρωτοσύγκελλος της Μητροπόλεως Κερκύρας, ήταν ο μόνος υποψήφιος και εξελέγη παμψηφεί νέος Μητροπολίτης. Η εις επίσκοπον χειροτονία του πραγματοποιήθηκε δύο χρόνια μετά στις 17 Μαΐου 1850. Προηγήθηκαν η επιδοκιμασία της εκλογής του από την Εκτελεστική Δύναμη και οι εκδόσεις των πατριαρχικών γραμμάτων από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Ο Αθανάσιος γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1803. Ήταν πτυχιούχος της Ιονίου Ακαδημίας. Διάκονος χειροτονήθηκε το 1834 και πρεσβύτερος το 1837. Το 1838 εξελέγη καθηγητής της Ιονίου Ακαδημίας, όπου δίδαξε Ερμηνεία των Ιερών Κειμένων και Εκκλησιαστική Ιστορία. Ήδη πριν την εκλογή του, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας του Μητροπολίτη Χρυσάνθου, του είχε ανατεθεί η τοποτηρητεία της Μητροπόλεως Κερκύρας. Ο Αθανάσιος εργάστηκε «σθεναρά πολύ προ της αναρρήσεώς του στον επισκοπικό θρόνο για την Εκκλησία, για τη βελτίωση και την αναβάθμιση του κερκυραϊκού κλήρου, […] όσο και για την προάσπιση των δικαίων του Έλληνα επισκόπου Κερκύρας καταγγέλλοντας […] την αντιποίηση του τίτλου ΄΄Αρχιεπισκόπου Κερκύρας΄΄ από το λατινεπίσκοπο της νήσου». Ταυτίστηκε με τους Ενωτικούς-Ριζοσπάστες και αγωνίστηκε σθεναρά τόσο για την πολιτική (1864) όσο και την εκκλησιαστική (1866) Ένωση.

Η δράση του υπήρξε πολυσχιδής και σπουδαία. Αξίζει, στο παρόν άρθρο λόγω της ημέρας, να περιοριστούμε σε δύο μόνο ιστορικές στιγμές ιδιαίτερης σπουδαιότητας, στις οποίες προέστη και κατέλειπε το στίγμα του.

Α) Η πρώτη ήταν στις 21 Μαΐου 1864, όταν ο Αθανάσιος με πλήρη αρχιερατική στολή υποδέχθηκε στο λιμάνι της πόλης τον ελληνικό στρατό και τον αντιπρόσωπο της ελληνικής πολιτείας και υπουργό των Εσωτερικών Θρασύβουλο Ζαΐμη. Ο Μητροπολίτης ευλόγησε με συγκίνηση την ελληνική σημαία και την παρέδωσε στον ελληνικό στρατό. Μία ιστορική ημέρα που το όραμα της Ένωσης γίνεται πραγματικότητα. Μία ιστορική ημέρα που οι πολυχρόνιοι αγώνες των Επτανησίων δικαιώνονται.

Β) Η δεύτερη ήταν οκτώ ημέρες αργότερα, στις 29 Μαΐου του ίδιου έτους, όταν υποδέχθηκε τον νέο και νεαρό -ήταν μόλις 19 χρόνων- βασιλιά της Ελλάδας Γεώργιο Αʹ. Η προσφώνηση του Αθανάσιου προς αυτόν τυγχάνει μνημείο λόγου της επτανησιακής αλλά και γενικότερα της εκκλησιαστικής γραμματείας. Απευθυνόμενος στο βασιλιά εκφράζει τα αισθήματα όχι μόνο των Κερκυραίων, αλλά της πλειονότητας των Επτανησίων. Εξωτερικεύει τους ευσεβείς πόθους και τις χρηστές ελπίδες όλων για αυτό το κορυφαίο γεγονός μετά από πέντε και πλέον αιώνες ξενοκρατίας και δοκιμασιών. Μεταφέρει τη χαρά των κατοίκων των Ιονίων Νήσων για την Ένωση και αφετέρου θέτει με κομψό τρόπο θέματα που πονούν τον επτανησιακό και γενικότερα τον ελληνικό λαό. Δεν προσπαθεί να φανεί αρεστός αλλά αληθινός. Η προσφώνηση εν συνόλω καταδεικνύει αυτή τη δυναμική προσωπικότητα καθώς και την παρρησία και το θάρρος που τη διακρίνει. Δεν παραλείπει να πει για το κόστος της συμφωνίας, που ήταν «η ενδόξων φρουρίων καθαίρεσις» από τους Άγγλους, η οποία όμως μπροστά στο γεγονός της Ένωσης δεν υπολογίζεται. Αναφέρεται στη συνέχεια στο ένδοξο παρελθόν της Ελλάδας, στα δύσμοιρα χρόνια της δουλείας και της ξενοκρατίας και στους αγώνες και τις θυσίες των Ελλήνων για την ελευθερία, οι οποίοι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να παραμένουν σε καθεστώς δουλείας «ελόμενοι θανείν, υπέρ το ζην εν δουλεία». Επίσης δεν παραλείπει να εκφράσει τον πόνο των Ελλήνων, όπου κατά τα προηγούμενα χρόνια (βασιλεία Όθωνα), επικράτησαν στο πολιτικό προσκήνιο οι διπλωμάτες και οι ξένοι και παραγκωνίστηκε η πλειονότητα των Ελλήνων αγωνιστών «αλλ’ ως μη ώφειλε, κατεβραβεύθησαν υπό της διπλωματίας, περιγραψάσης εις λίαν στενόν κύκλον την ηρωϊκώς ανακτηθείσαν ελευθερίαν, ης περ απεστερήθησαν οι πλείστοι των μετασχόντων του εθνικού εκείνου αγώνος». Θέτει το θέμα αυτό με επιδέξιο τρόπο θα μπορούσαμε να πούμε, αφενός για να τιμήσει τη μνήμη και την προσφορά των αγωνιστών της Επανάστασης τούτη την ιερή ώρα και αφετέρου για να προβληματίσει το νέο βασιλιά για τις μελλοντικές του επιλογές. Στη συνέχεια τονίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως νέα Κιβωτός, διασώθηκε κατά τη διάρκεια του κατακλυσμού της τυραννοκρατίας και ότι τρία πράγματα είναι αυτά που αποτελούν «το μέγιστον, περισπούδαστον και ανεκτίμητον» του Ελληνισμού: α΄) η θρησκεία, β΄) η εθνικότητα και γ΄) η γλώσσα. Τέλος κλείνει με την ευχή «η Ελλάς» υπό την κραταιά μέριμνα «της Αυτού Μεγαλειότητος» να αποκτήσει την τιμή, τη λαμπρότητα και την ευστάθεια που της αρμόζει.

Ο Αθανάσιος συνέχισε τους αγώνες του· πρωτοστάτησε στις ενέργειες και για την υπαγωγή της Εκκλησίας Επτανήσου στην Εκκλησία της Ελλάδος. Πραγματοποιήθηκε το 1866, μέχρι τότε ανήκε διοικητικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ομολογείται ότι η μεγάλη χαρά που έλαβε κατά τις παραπάνω ιστορικές στιγμές σύντομα μετριάστηκε. Θεωρείται βέβαιο ότι μερικές εξελίξεις μετά την πολιτική και εκκλησιαστική Ένωση τον πίκραναν και τον οδήγησαν σε μία εσωστρέφεια και άρνηση πλέον να αναμιχθεί στα κοινά. Ένα γεγονός που σίγουρα τον πίκρανε ήταν -σύμφωνα με το νόμο ΡΗʹ / 29.12.1865- η παύση της λειτουργίας της Ιονίου Ακαδημίας και του Ιεροσπουδαστηρίου. Ενός κοινού κατά βάση ιδρύματος στο οποίο ο Αθανάσιος διετέλεσε καθηγητής και έχει γράψει τις δικές του σελίδες στην ιστορία του. Ενός Ιδρύματος που αποτελούσε και αποτελεί καύχημα για την Κέρκυρα, για την Επτάνησο και για όλο εν τέλει τον Ελληνισμό.

Ο Μητροπολίτης Αθανάσιος κοιμήθηκε στις 29 Απριλίου 1870 σε ηλικία 68 χρόνων και ετάφη στο Πρεσβυτέριο του ναού της Αγίας Τριάδος Γαρίτσας. Κάθε χρόνο, εκεί, όπου βρίσκεται ο τάφος του, σύσσωμη η Εκκλησιαστική, η Πολιτική και η Στρατιωτική Ηγεσία της Κέρκυρας, την παραμονή της 21ης Μαΐου, το απόγευμα της 20ής και ώρα 18.30, τελούν μνημόσυνο και καταθέτουν στεφάνι, ως διηνεκή αναγνώριση και τιμή στο πρόσωπο και το έργο του.

Κωνσταντίνος Π. Θύμης
Θεολόγος – master Ιστορίας

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις ‘’Επισημάνσεις της Κυριακής’’ 21-05-2017.