Ο «Θίασος» πτώχευσε. Με επιλεκτική «καταγγελιομανία» δεν λύνονται τα προβλήματα των Ξενοδοχοϋπαλλήλων.
«Τρεις και ο κούκος», άνετα θα ταίριαζε η λεζάντα κάτω από τη φωτό στην κινητοποίηση που έγινε την Πέμπτη στο πλαίσιο της απεργίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων και των εργαζομένων στον επισιτισμό γενικότερα.
Όμως θα έλεγα ότι οι «συνδικαλιστοπατέρες» θα πρέπει να προβληματιστούν για το που κατάντησαν το κίνημα, που είχε ως αποτέλεσμα από τις 6.000 εργαζομένους και μέλη του συλλόγου των ξενοδοχοϋπαλλήλων, προχθές στην κινητοποίηση δεν ήταν πάνω από 80 άτομα, από τα οποία ελάχιστα ήταν απασχολούμενοι στον επισιτισμό και στον ξενοδοχειακό χώρο γενικότερα, αφού η πλειοψηφία τους ήταν αγρότες, κτηνοτρόφοι και από άλλους κλάδους.
Δυστυχώς δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, αφού ό ίδιος ο πρόεδρος των ξενοδοχοϋπαλλήλων, έχει αποχωρήσει από τον χώρο πάνω από 6 χρόνια και απασχολείται σε άλλον χώρο και κυρίως, δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά και για άλλους λόγους.
Πρώτον στον τουρισμό δεν ασχολούνται άτομα μόνο από έναν κομματικό χώρο, αλλά από όλους τους κομματικούς χώρους του πολιτικού φάσματος της χώρας, οπότε δύσκολα κάποιος θα έμπαινε κάτω από ένα κομματικό λάβαρο. Από έναν συγκεκριμένο χώρο, ο οποίος καλώς η κακώς, κακώς κατά την άποψη μου, επιχειρεί να καπελώσει τον χώρο των ξενοδοχουπαλλήλων καρπωνόμενος κομματικά και εκλογικά οφέλη. Ο κόσμος δεν τρώει σανό ευτυχώς και πολύ περισσότερο σε αυτές τις εποχές που όλοι μας είμαστε στα κάγκελα. Έτσι όμως, με αυτές τις πρακτικές, αντί να ενώνεται το κίνημα, διασπάται επ’ ωφελεία της άλλης πλευράς.
Δεύτερον, ο καταγγελτικός λόγος «απέθανε». Με τον καταγγελτικό λόγο, δεν λύνονται τα προβλήματα, τα οποία όντως είναι υπαρκτά στον χώρο και πολλά, αλλά αντί να αμβλύνονται οι αντιθέσεις και να υπάρχει σύγκλιση απόψεων επ’ ωφελεία όλων, αντιθέτως διευρύνονται και η κάθε πλευρά στυλώνει τα πόδια της με αποτέλεσμα να την πληρώνει ο απλός εργαζόμενος, επιβεβαιώνοντας και επικαιροποιώντας μια παλιά Ινδιάνικη παροιμία ότι «όταν τσακώνονται τα βουβάλια την πληρώνουν τα βατράχια». Πολύ περισσότερο όταν ο καταγγελτικός λόγος στοχοποιεί επιλεκτικά συγκεκριμένους, με άγνωστα κριτήρια και με αμφισβητούμενο σκεπτικό και αλλού επιφυλάσσει μια περίεργη ασυλία.
Τρίτον και εξ ίσου σημαντικό. Οι εργαζόμενοι, όχι μόνο στον τουρισμό, δεν έχουν ανάγκη από «πατερούληδες», αυτό το «έργο» το έχουν βαρεθεί και γι’ αυτό το συνδικαλιστικό κίνημα, διασπασμένο, συνεχώς φθίνει, αντί να γίνει μια γροθιά και να παλέψει για την διεκδίκηση των  δίκαιων αιτημάτων του και να διασφαλίσει προπαντός το εργασιακό του μέλλον. Οι προσωπικές στρατηγικές, με απόκρυφο στόχο την διεκδίκηση βουλευτικών θώκων ή αξιωμάτων στην αυτοδιοίκηση, στο κεφάλι του κασίδη, δηλαδή του απλού  εργαζόμενου που ενδιαφέρεται μόνο για την εξασφάλιση του μεροκάματου του για να ζήσει την οικογένεια του, έχουν συντρίψει την δυναμική του κινήματος. Και κυρίως αυτά πλέον δεν περνούν, ας το καταλάβουν κάποιοι.
Οι εργαζόμενοι έχουν ανάγκη οι εκπρόσωποι τους να βγαίνουν από τα σπλάχνα τους και να λειτουργούν μόνο για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους.
Προβλήματα στον τουρισμό υπάρχουν και αρκετά και σε ορισμένες περιπτώσεις μεγάλα, κανείς δεν μπορεί να το αποκρύψει ή να μην τον παραδεχθεί, γιατί η θα στρουθοκαμηλίζει ή θα επιχειρεί συγκάλυψη.
Όμως το συνδικαλιστικό κίνημα θα πρέπει να λειτουργήσει  με άλλο πνεύμα που να συνάδει τόσο με τις ανάγκες των εργαζομένων, όλων των εργαζομένων, όσο και με το πνεύμα της εποχής.