Συνέντευξη τύπου παραχώρησαν τα μέλη της ‘Ένωσης Νοσοκομειακών Γιατρών Κέρκυρας’’ παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα της Γενικής Συνέλευσης που έγινε την Πέμπτη.
Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο Πρόεδρος της Ένωσης Χρυσόστομος Μπούκας: ‘’Οι προτάσεις και θέσεις που η Ένωση Νοσοκομειακών Γιατρών καταθέτει, θεωρούμε ότι αποτελούν πολιτική και κοινωνική παρακαταθήκη.

Κινούνται σε απόλυτα δημοκρατικό και προοδευτικό πλαίσιο, με μόνο γνώμονα την βελτίωση και ενδυνάμωση της λειτουργίας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας στο Νομό μας.

Αποτελεί ανοησία, όλων εκείνων που κάνουν προσπάθειες να μειώσουν την εμβέλεια των θέσεών μας, και διατείνονται ότι όλα αυτά τα λέμε για κομματικές σκοπιμότητες.

Αυτοί δίνουν λόγο στους πάτρωνές τους, εμείς τους πολίτες ενημερώνουμε.

Στη Γενική Συνέλευση την 23/11/2017 καταγράφηκε η δικαίωση  θέσεων της επαναλειτουργίας ΠΕΣΥ Ιονίων Νήσων και ΕΚΑΒ Κέρκυρας με έδρα την Κέρκυρα. Δεν γνωρίζουμε αν τελικά επιτευχθεί ο στόχος. Μόνο όμως ότι τα δίκαια αιτήματά μας έγιναν κατανοητά και αγκαλιάστηκαν από την κοινωνία, αυτό εμείς θεωρούμε κατάκτηση. Συνεχίζουμε με ένταση τον αγώνα για:

  • Πρόσληψη μόνιμου προσωπικού στο 1/100 των θέσεων που προκηρύσσονται κεντρικά, λαμβάνοντας υπόψη τα επίσημα δημογραφικά στοιχεία (Ελλάδας και Νομού Κέρκυρας).
  • Μονιμοποίηση όλων των επικουρικών γιατρών του Νοσοκομείου (θεωρούμε εκ των πραγμάτων ότι θα δικαιωθούμε σύντομα).
  • Να μην κλείσουν Κλινικές ή Τμήματα με την μέθοδο της δήθεν λειτουργικής ενοποίησής τους, γιατί αυτό θεωρούμε ότι είναι απολύτως αντίθετο στα συμφέροντα των υγειονομικών αναγκών των πολιτών. Θα βλάψουν σοβαρά την περίθαλψη των νοσηλευομένων. Το λέμε αυτό, μετά λόγου γνώσεως. Εμείς δεν έχουμε κανένα απολύτως συμφέρον. Τονίζουμε ότι κάθε συρρίκνωση λειτουργίας, μόνο μείωση ιατρικών υπηρεσιών μπορεί να επιφέρει.

Θεωρούμε πλήρως αντιδημοκρατικό, και απολύτως αντισυνταγματικό, το διαχωρισμό Νοσοκομείων σε Α! ζώνη όπου λειτουργούν αρκετοί γιατροί, Β! ζώνη με σχετικά επαρκή αριθμό γιατρών και Γ! ζώνη (στην οποία υπάγεται το Νοσοκομείο μας) όπου υπάρχει μεγάλη έλλειψη γιατρών. Αυτό άμεσα σημαίνει άνιση αντιμετώπιση προβλημάτων υγείας στους έλληνες πολίτες. Στα τελευταία δέκα χρόνια στο δημόσιο σύστημα υγείας, οι θέσεις του μόνιμου προσωπικού μειώνονται συνεχώς.

Περικόπτονται οι χρηματοδοτήσεις του χρόνο με το χρόνο, ενώ αντιθέτως αυξάνεται το μερίδιο των ιδιωτικών δαπανών επιβαρύνοντας τον οικογενειακό προϋπολογισμό, με υπαρκτό κίνδυνο το δημόσιο σύστημα να αδυνατεί να παρέχει τις υπηρεσίες του με σχετική επάρκεια (αυτό επισημαίνεται και στην πρόσφατη έκθεση της Κομισιόν).

Στον προϋπολογισμό που κατατέθηκε στην Ελληνική Βουλή, για το έτος 2018 προβλέπεται νέα περικοπή  κατά 363 εκατ. ευρώ της επιχορήγησης των νοσοκομείων. Ενώ όλα αυτά είναι γεγονότα που δεν αμφισβητούνται, η κυβέρνηση και δίπλα σε αυτή, διάφοροι κολαούζοι του συστήματος, ισχυρίζονται ότι επιτυγχάνεται συνεχής βελτίωση του δημόσιου συστήματος υγείας.

Πώς είναι δυνατόν με λιγότερους γιατρούς και λιγότερα χρήματα να βελτιώνεται το σύστημα υγείας, αυτό το θαύμα μόνο εκείνοι μπορούν να σας το εξηγήσουν. Εμείς αδυνατούμε. Στην Γενική Συνέλευση συζητήθηκε ο Νόμος που ψηφίστηκε πρόσφατα. Διαπιστώθηκε από όλους του γιατρούς, ότι είναι αδύνατον να εφαρμοστεί με τον ήδη υπάρχοντα αριθμό γιατρών στο Νοσοκομείο μας.

Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξαν και όλα τα επιστημονικά όργανα που συνεδρίασαν για το θέμα (Επιστημονικοί Τομείς, Επιστημονικό Συμβούλιο).

Εξάλλου το ίδιο ομολόγησε και ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου κ. Γιαννόπουλος, πρώην διοικητής της 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας σε πρόσφατη συνέντευξή του, όπου παραδέχθηκε ότι «ο νέος νόμος δεν μπορεί να εφαρμοστεί αν δεν γίνουν προσλήψεις γιατρών».

Ορατή και άμεση συνέπεια είναι το Νοσοκομείο μας, εκτός της μεγάλης απόκλισης από την κανονική λειτουργία Κλινικών και Τμημάτων, να μην μπορεί να συντάξει πρόγραμμα εφημεριών που θα καλύπτουν το μήνα.
Πιθανόν να νομοθετήσουν ή με δήθεν ερμηνευτικές εγκυκλίους για όσους δεν κατάλαβαν καλά, στην ουσία να ανατρέψουν το Νόμο που οι ίδιοι ψήφισαν. Όλα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Εμείς όμως εξακολουθούμε να μη μπορούμε να διανοηθούμε ότι εγκύκλιοι θα μπορέσουν να ανατρέψουν ή θα διαφοροποιήσουν κύρια άρθρα του Νόμου.

Ο Νόμος, εκτός κάποιων διατάξεων που η Ελληνική Κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο, ιδιαίτερα μετά την οριστική καταδίκη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με το πρόστιμο των 150 εκατομμυρίων ευρώ, θεωρείται ότι είναι απολύτως απαράδεκτος γιατί τορπιλίζει τις εργασιακές σχέσεις των γιατρών του εθνικού συστήματος υγείας. Ελαστικοποιεί τα ωράρια των γιατρών και ταυτόχρονα, επειδή δήθεν νοιάζεται για την ανάπαυσή τους, απογυμνώνει πλήρως τις Κλινικές και τα Τμήματα του Νοσοκομείου. Δίνουν την εντύπωση ότι δεν ενδιαφέρονται για τους νοσηλευόμενους. Για είκοσι και τριάντα ασθενείς, για χειρουργεία κ.ά. θα λειτουργούν και θα φέρουν ακέραια την ιατρική ευθύνη, ένας ή δύο, στην καλύτερη περίπτωση τρεις γιατροί. Άσπρη μπλούζα να υπάρξει για να δεχθεί τις δικές τους ευθύνες.

Οι ίδιοι που ψήφισαν το Νόμο, πολεμούν τον Νόμο, ζητώντας από γιατρούς με υπεύθυνη δήλωση, να δηλώσουν ότι συγκατατίθενται σε υπερεργασία. Το ένα κομμάτι είναι η υγεία των ίδιων των γιατρών. Έχουν το δικαίωμα να την διαθέτουν οι ίδιοι όπως εκείνοι νομίζουν. Το άλλο όμως μέρος, αυτό κυρίως για το οποίο αγωνιστήκαμε τόσα χρόνια, είναι η υγεία των πολιτών.

Είναι σαφής η καταγραφή στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την υγεία των γιατρών, αλλά και την αντιμετώπιση του ασθενούς από έναν γιατρό με πολλές ώρες λειτουργίας στον εργασιακό του χρόνο.

Για αυτό το λόγο θεωρούμε άθλιο όχι μόνο τον εκμαυλισμό, αλλά και το φακέλωμα των γιατρών, προκειμένου να πάρουν κάποια λίγα ευρώ παραπάνω, από την υπερεργασία, να βλάψουν πιθανόν τον ασθενή με ενέργειες ή παραλήψεις τους. Καταγγέλλουμε κάθε τέτοια άθλια ενέργεια, αλλά και όσους και όποιους γιατρούς πιθανόν να υπερβούν τον ιατρικό όρκο, ιδιαίτερα σε βάρος των ασθενών τους.

Θεωρούμε απολύτως προβλέψιμο, εφόσον δεν ληφθούν και δεν υλοποιηθούν άμεσες δράσεις για την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας, το επόμενο διάστημα θα υπάρξει φυγή γιατρών που υπηρετούν.

Η μοναδική λύση που διαφαίνεται είναι ο εξ αρχής και σε βάθος διάλογος, με καλή πίστη και ειλικρίνεια για το καλό όλων, πολιτών και εργαζόμενων, με δύο αδιαπραγμάτευτες  παραμέτρους:

Μαζική πρόσληψη μόνιμου προσωπικού και γενναία χρηματοδότηση του δημόσιου συστήματος υγείας.

Διαφορετικά, δεν υπάρχει μέλλον.

Στη Γενική Συνέλευση επίσης, καταγγέλθηκαν παρανομίες, αστοχίες και παραλήψεις της Διοίκησης:

1ον. Το φαρμακείο του Νοσοκομείου στερείται νόμιμης άδειας λειτουργίας, όπως ο Νόμος επιτάσσει και διαχρονικά έχουν έρθει έγγραφα με εντολές για ενέργειες νομιμοποίησης του φαρμακείου, που μέχρι σήμερα δεν πραγματοποιήθηκαν.

Τι έχει να πει το αρμόδιο τμήμα νομιμοποίησης φαρμακείων της Περιφέρειας;

2ον. Η διοίκηση παρεμβαίνει αναρμόδια στα προγράμματα εφημεριών των γιατρών που συντάσσονται και εγκρίνονται από τα αρμόδια επιστημονικά όργανα (Επιστημονικό Συμβούλιο, Διευθύντρια Ιατρικής Υπηρεσίας). Ο ρόλος της διοίκησης είναι ο έλεγχος και όχι ο αποκλεισμός ιατρών από εφημερίες κατά το δοκούν σε αντίθεση με τις εισηγήσεις των θεσμικών επιστημονικών οργάνων.

3ον. Μετά την αποχώρηση του Διευθυντή της Πνευμονολογικής Κλινικής στο τέλος του έτους, δεν υπήρξε πρόνοια προκήρυξης της θέσης του Διευθυντή. Σε αυτή την περίπτωση, εκτός των άλλων πολλών λειτουργικών προβλημάτων, η πλήρης ειδικότητα που δίνεται σήμερα στην ειδικότητα της Πνευμονολογίας, θα καταστεί αμφίβολη και έτσι μια σοβαρή επιστημονική κατάκτηση για το Νοσοκομείο μας, θα χαθεί ή πιθανόν να καταστεί παράνομη.

Μπάζωσαν και έχτισαν τόσα χρόνια και συνεχίζουν να το κάνουν πάνω στα ρέματα. Μάντρα Αττικής είναι το Νοσοκομείο μας που μια μπόρα έφερε στην επιφάνεια όλες τις κακοτεχνίες και την αδιαφορία των αρμοδίων.

Εμείς, όλα αυτά πολεμούσαμε να αλλάξουμε. Άλλοι, σας έλεγαν ότι όλα στο Νοσοκομείο όλα πάνε καλά.

Τώρα, ας απολογηθούν”.