Είναι αρκετό λυπηρό να μην έχουμε απαντήσει ακόμα με σιγουριά το παραπάνω ερώτημα, παρότι βρισκόμαστε σε μια χώρα με προοδευτικό Σύνταγμα και ενεργούς πολίτες σε σχέση με τις λοιπές χώρες του δυτικού κόσμου.

Για να σας καθησυχάσω, είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη. Ειδικότερα, σε υποθέσεις μικρής έως και αρκετά μεγάλης σημασίας μπορείτε δικαίως να είστε σχεδόν σίγουροι πως ο δικαστής δεν θα έχει «λάβει γραμμή» από ανώτερα δικαστήρια ή πολιτικά μέσα.

Το ζήτημα ίσως μπορεί να εξερευνηθεί με μεγαλύτερο ενδιαφέρον στα δύο ανώτερα δικαστήρια της χώρας, τον Άρειο Πάγο και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Το ίδιο το Σύνταγμα στο άρθρο 90 παρ.3 αναφέρει τα εξής σχετικά με το διορισμό των Προέδρων και Αντιπρόεδρων του Α.Π. και του ΣτΕ : «Οι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενεργείται με όμοιο διάταγμα, με επιλογή μεταξύ των μελών του Αρείου Πάγου και των αντεισαγγελέων του, όπως νόμος ορίζει».

Και εδώ ξεκινούν οι αμφιβολίες. Κάποιες φορές αδίκως, και κάποιες φορές δικαιολογημένα. Τη στιγμή που ο διορισμός ή όχι των ανώτερων προέδρων και αντιπροέδρων εξαρτάται από το Υπουργικό Συμβούλιο, άρα την εκάστοτε κυβέρνηση, πως μπορούμε να αποκλείσουμε εντελώς ότι ενέχονται πολιτικές πιέσεις σχετικά με τα πρόσωπα τα οποία θα τοποθετηθούν στις ανωτέρω θέσεις κλειδιά; Και για να ξεκαθαρίσω όμως, δεν προεξοφλώ ότι κάτι σκιώδες συμβαίνει κάθε φορά. Στο παρελθόν, πλείστες φορές δικαστές έχουν παραιτηθεί ή απέχει από θέσεις προέδρων, προς τιμήν τους, προστατεύοντας την ακεραιότητα του συστήματος. Και πάλι όμως, η γνώση ότι μια κυβέρνηση μπορεί ή δεν μπορεί να βοηθήσει την προαγωγή ή όχι των δικαστών μπορεί να παίξει το ρόλο της. Για να το θέσω εξαιρετικά απλά κανείς δεν θέλει να εκνευρίσει εκείνον που έχει και το μαχαίρι και το πεπόνι.

Και εδώ φτάνω στο σημείο να ψέξω αποκλειστικά την νομοθετική εξουσία που τόσα έτη δεν κάνει απολύτως τίποτα γι’αυτό. Προφανώς γιατί η κοινοβουλευτική πλειοψηφία ταυτίζεται με την εκάστοτε κυβέρνηση που προφανώς χρειάζεται μια κάποια, ας το πούμε, στρατηγική θέση έναντι της Δικαιοσύνης. Στο κάτω κάτω μια εντελώς ανεξάρτητη Δικαιοσύνη θα άλλαζε τη δυναμική και θα «εισήγαγε» έναν πιο αντικειμενικό παίκτη στο νομοθετικό έργο των κυβερνήσεων. Φτάνουμε λοιπόν στο μεγαλύτερο, κατά τη γνώμη μου λάθος, το οποίο πηγάζει από τη νοοτροπία που έχει αναπτύξει η πολιτική σκηνή. Κάθε νόμος ο οποίος θέλει να περάσει η κυβέρνηση, πρέπει να περαστεί χωρίς βάσανο. Κανείς δεν μπορεί να αντιλέξει σε πραγματική βάση. Ότι και εάν γίνει, κάθε κίνηση της νομοθετικής εξουσίας θα κρίνεται τυπικά ορθή. Η κοινοβουλευτική της πλειοψηφία πρέπει να στηρίξει άλλως θα χάσει την βουλευτική της έδρα, οι δικαστές διστάζουν από τη μεριά τους να δράσουν, και ακόμα και όταν δρουν και κρίνουν έναν νόμο ως μη στέκων (π.χ. αντισυνταγματικό) η κυβέρνηση είτε αγνοεί τη Δικαιοσύνη (βλ. χαράτσι) είτε δημιουργεί ένα κλίμα γηπέδου κατά των δικαστών, και επανέρχεται με ίδιο ή παραπλήσιο νόμο, μόνο και μόνο για τυπικούς λόγους (βλ. τηλεοπτικές άδειες).

Δεν λειτουργεί έτσι αυτό που αποκαλούμε «διάκριση των εξουσιών». Από την μια δεν υπάρχει το νομικό πλαίσιο, η πολιτική βούληση και η στήριξη εκ μέρους εμάς των πολιτών.

Ναι, και οι πολίτες έχουν μερίδιο ευθύνης. Δεν είμαστε και πολύ θετικοί όταν βλέπουμε την εκάστοτε κυβέρνηση να μην είναι απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού, να μην μπορεί να αναφέρεται με γλυκά και αγέρωχα λόγια σε εμάς, και να χαϊδεύει τις συνειδήσεις του λαού.

Υπάρχει μια κοινή συνωμοσία μεταξύ των πολιτών και των πολιτικών που εμποδίζει την οποιαδήποτε ελπίδα σωτηρίας από την κρίση (οικονομική και πολιτική). Από την μια οι πολίτες επιζητούμε τα καθησυχαστικά λόγια και την ομορφιά των έργων που «χτίσαμε» τις προηγούμενες δεκαετίες και από την άλλη οι πολιτικοί επιζητούν την επανεκλογή και την δημιουργία ενός συστήματος που να τους ευνοεί επ αόριστον. Είμαστε για λύπηση. Ακόμα και εάν είχαμε αντιγράψει λέξη προς λέξη το οποιοδήποτε οικονομικό και νομικό μοντέλο μιας τυχαίας τρίτης χώρας (ας πούμε Ιταλίας) μετά από 7 χρόνια κρίσης θα είχαμε ήδη προσαρμοσθεί και θα βρισκόμασταν σίγουρα σε εξαιρετικά καλύτερη κατάσταση από σήμερα.

Παρόλα αυτά παραμένουμε στις σοφιστείες μας και κινούμαστε κουτουρού όπου λάχει.

Θα επανέλθω.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις ‘’Επισημάνσεις της Κυριακής’’ 28-05-2017.